Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Πότε είναι οι Απόκριες και γιατί τις γιορτάζουμε;



Πότε είναι οι Απόκριες και γιατί τις γιορτάζουμε;


Κάθε χρόνο γιορτάζουμε και διατηρούμε ήθη και έθιμα προηγούμενων γενιών. Κάθε παράδοση βρίσκει τις ρίζες της πολύ πίσω στο χρόνο.


Οι Απόκριες ξεκινούν τρεις εβδομάδες πριν από τη Καθαρά Δευτέρα. Η μεγάλη γιορτή των αποκριών και του καρναβαλιού λαμβάνει χώρα την Κυριακή, πριν από τη Καθαρά Δευτέρα, όπου είναι η τελευταία μέρα που μπορούν να φάνε κόκκινο κρέας.




Γιατί γιορτάζουμε τις Απόκριες

Οι Απόκριες δεν αποτελούν σύγχρονη παράδοση του Ελληνικού πολιτισμού. Ταξιδεύοντας πίσω λοιπόν στην αρχαία Ελλάδα βρίσκονται οι ρίζες και η απαρχή των Αποκριών. Την παράδοση αυτή έφεραν οι παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, ως σάτυροι ή φορούσαν μάσκες και ξεχύνονταν στους δρόμους για γλέντι και διασκέδαση προς τιμή του Θεού Διόνυσου, γνωστού ως Θεού της διασκέδασης και του κρασιού. Οι μάσκες και οι μεταμφιέσεις έδιναν την ευκαιρία στους ανθρώπους να εκφράσουν ελεύθερα, ερωτικές σκέψεις αλλά και να διασκεδάσουν στο απόγειο, κρύβοντας την πραγματική τους ταυτότητα, πίσω από τη μάσκα.

Οι εορτασμοί και το γλέντι πρωτοξεκίνησαν στην αρχαία Ελλάδα όταν ήθελαν να καλωσορίσουν τη νέα χρονιά, την αναγέννηση της φύσης με τον ερχομό της άνοιξης. Ο τρόπος που διασκέδαζαν δεν απέχει και πολύ από το σήμερα. Το μασκάρεμα, ο χορός, τα σεξουαλικά υπονοούμενα ήταν άγραφοι κανόνες.

Το έθιμο της μεταμφίεσης προέρχεται από την γιορτή των Ανθεστηρίων. Γιορτή των λουλουδιών αλλά και των ψυχών. Κατά την διάρκεια των Ανθεστηρίων πίστευαν ότι οι πύλες του Άδη ήταν ανοιχτές και για δύο μέρες ανέβαιναν οι ψυχές των νεκρών πάνω στον κόσμο των ζωντανών. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν περίεργα, για να αναπαραστήσουν τις ψυχές. Ο Διόνυσος θεωρήθηκε ο Θεός της άνοιξης αλλά και ο συνοδός των νεκρών από τον Άδη στον κόσμο των ζωντανών. Η παράδοση αυτή δεν περιορίστηκε στην Αρχαία Ελλάδα, επηρέασε κι άλλα μέρη στον κόσμο μέσω της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αντίστοιχα στην αγγλική γλώσσα, ονομάζονται «carnival», λέξη που προέρχεται από το λατινικό «carnem levare», που εννοεί τη διακοπή βρώσης κρέατος.


Οι Απόκριες σήμερα

Παρά την έλευση του Χριστιανισμού οι Απόκριες δεν έπαψαν να αποτελούν έθιμο και παράδοση μας. Παραμένει μια αγαπημένη γιορτή μέχρι και σήμερα. Κατά το Χριστιανισμό, οι Απόκριες ξεκινούν ουσιαστικά 60 ημέρες πριν από το Πάσχα και τα καρναβάλια παίρνουν θέση την τρίτη Κυριακή της «Αποκρέω», όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο. Η περίοδος αυτή τελειώνει με την αυγή της επόμενης μέρας, δηλαδή την αρχή της Σαρακοστής. Το καρναβάλι είναι γνωστό στους Καθολικούς και Ορθόδοξους Χριστιανούς με το μεγαλύτερο να είναι στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Σήμερα μεγάλοι μικροί γιορτάζουμε το καρναβάλι με στολές, κομφετί και σερπαντίνες. Παρότι κάποτε οι καρναβαλιστικές στολές ήταν πολύ συγκεκριμένες, σήμερα οι επιλογές είναι ατέλειωτες κι αντλούν από την καθημερινότητα, την πολιτική, τον κινηματογράφο κτλ.

Τα τύμπανα στην Ύδρα, η αποκριά μπαίνει με τα ταμπούρλα. Στις γειτονιές γίνεται ένας μεγάλος αλαλαγμός.

Στη Λάστα της Γορτυνίας ένας φώναζε δυνατά ότι πλησιάζουν οι Απόκριες και «Όποιος δεν έχει θρεφτάρι, να αγοράσει», γιατί αποκριά θα πει φαγοπότι και πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η προμήθεια του σφαχτού. Κάθε σπίτι τώρα πρέπει να ματώσει, δηλαδή κάτι να σφάξει. Σφάζουν κυρίως γουρούνι και σε πολλούς τόπους, όπως στην Πελοπόννησο, εξετάζουν τα σπλάχνα του (σπλήνα, χολή, καρδιά) και βγάζουν από αυτά μαντεύματα για το μέλλον.


Το Τριώδιο διαρκεί τρεις εβδομάδες.

Η πρώτη εβδομάδα, όταν αρχίζουν και σφάζουν τους χοίρους που έχουν και τρέφουν για το σκοπό αυτό, λέγεται προφωνή ή προφωνέσιμη, επειδή, όπως είπαμε, σε παλιότερα χρόνια, κάποιος από ένα μέρος ψηλό προφωνούσε, δηλαδή διαλαλούσε ότι αρχίζουν οι απόκριες. Βυζαντινή παροιμία λέγει: «προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακίν σου πώλησον, την εορτήν διάβασον», δηλαδή παραγγέλλει στον φτωχό να εξοικονομήσει τα απαιτούμενα χρήματα, πουλώντας στην ανάγκη το σακάκι του, για να περάσει και αυτός τη γιορτή. Μία όμως νεότερη παροιμία, ναξιακή, συνιστά κάτι απλούστερο: «προφωνεύγω σε, φτωχέ, κι αν δεν έχεις ν΄ αγοράσεις, κλέψε». Οπωσδήποτε δηλαδή πρέπει και ο πιο φτωχός να κάνει Αποκριά, να φάει κρέας. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμολητή ή απολυτή, επειδή τότε απολύονται οι ψυχές των απεθαμένων και βγαίνουν στον απάνω κόσμο.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται κρεατινή ή ολόκριγια, επειδή τότε δεν κρατούν Τετάρτη και Παρασκευή. Λέγεται και Άρτσι Μπούρτσι γιατί, όπως και οι Αρμένιοι, τρώνε ότι νά ΄ναι.

Τέλος η τρίτη εβδομάδα λέγεται τυρινή, επειδή τότε το κύριο καρύκευμα των φαγητών είναι το τυρί. Λέγεται και μακαρόνια γιατί τότε τρώνε πολύ τα μακαρόνια.

Από την ημέρα του Αγίου Αντωνίου, όταν περίπου αρχίζει το Τριώδιο, θα αρχίζουν να μαζεύονται οι γειτόνισσες να κάνουν τις βεγγέρες. Μαζεύονται τα βράδια σε ένα σπίτι και παίζουν διάφορα παιχνίδια, όπως την κολοκυθιά, την μπερλίνα, τα τυφλό πανί, το άλογο, την παπαδιά. Εκεί λένε και αινίγματα και λογοπαίγνια.

Αλλά η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της κρεατινής, τη λεγόμενη τσικνοπέφτη. Είναι η μέρα που καθένας, και ο πιο φτωχός, θα τσικνίσει στη γωνιά του, όπως λένε. Κάτι θα ψήσεις στη φωτιά και η τσίκνα από το ψημένο κρέας, χοιρινό ή άλλο, θα μοσχοβολήσει τον αέρα. Εκείνο το βράδυ, όπως και το Σάββατο βράδυ και την Κυριακή της κρεατινής, οι συγγενείς τρώγουν όλοι μαζί. Κάθε οικογένεια ή μαγειρεύει σπίτι της και έπειτα πηγαίνουν όλοι οι συγγενείς και τρώγουν μαζί στο ίδιο σπίτι, ή μαγειρεύουν σε ένα σπίτι όλοι. Άμα φύγουν και πιούν, γίνονται μασκαράδες, χορεύουν και τραγουδούν. Και σαν μία οικογένεια, μαστόροι και καλφάδες διασκεδάζουν με τον ίδιο τρόπο την τσικνοπέφτη στην Ήπειρο. Στο τραπέζι μάλιστα, που οι μαστόροι, την ημέρα αυτή, κάνουν στους μαθητές του, μαστόροι και μαθητές θεωρούνται ίσοι.


Πηγή:

evianews.com

pemptousia.gr

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

Τσικνοπέμπτη - Ήθη και έθιμα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας



Τσικνοπέμπτη - Ήθη και έθιμα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας




Η προέλευση αυτού του παράξενου εθίμου χάνεται στα βάθη του χρόνου, ωστόσο φαίνεται να συνδέεται με τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, που θεωρούσαν το φαγοπότι και το γλέντι ιεροτελεστία για την καλή ευφορία της γης την άνοιξη.

Η Τσικνοπέμπτη αποτελεί, ουσιαστικά, την απαρχή των εκδηλώσεων για την Αποκριά, αφού ακολουθούν το Καρναβάλι και η Καθαρά Δευτέρα.

Η ημέρα της Πέμπτης επιλέχθηκε, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, διότι η Τετάρτη και η Παρασκευή είναι σημαντικές ημέρες νηστείας.

Προηγείται αυτής η πρώτη κατά σειρά εβδομάδα, η Προφωνή, και ακολουθεί η τρίτη εβδομάδα της Τυροφάγου. Πραγματοποιείται κάποιες ημέρες πριν από την έναρξη της μεγάλης νηστείας της Σαρακοστής. Συγκεκριμένα η Tσικνοπέμπτη είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου, περίοδος που οι άνθρωποι προετοιμάζονται για την μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Η Τσικνοπέμπτη δίνει την ευκαιρία στα νοικοκυριά να καταναλώσουν με εορταστικό και χαρούμενο τρόπο ό,τι κόκκινο κρέας τους έχει απομείνει πριν από τη νηστεία της Σαρακοστής.

Έχει καθιερωθεί να κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα είτε το κρέας είναι αυτό, είτε το κρασί. Έτσι η Τσικνοπέμπτη θα μας θυμίζει το Πάσχα και την χαρά της Αναστάσεως.

Η ημερομηνία για την Τσικνοπέμπτη το 2023 είναι 16 Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με τη λαογραφία, την ημέρα της Τσικνοπέμπτης στη Θήβα αρχίζει ο “βλάχικος γάμος” που ξεκινά με το προξενιό δύο νέων, συνεχίζει με το γάμο και τελειώνει την Καθαρή Δευτέρα με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό. Ο “βλάχικος γάμος” είναι κατάλοιπο της πανάρχαιας λατρείας του θεού Διονύσου που διαιωνίζει την οργιαστική θρησκεία του γιου της Σεμέλης στη Θήβα. Το έθιμο αυτό, παραλλαγή ενός γάμου Βλάχων, φέρνει στο προσκήνιο και στο νου του θεατή ένα πλήθος από προβλήματα που ανάγονται στη σχέση του με τα πανάρχαια λατρευτικά έθιμα της Διονυσιακής θρησκείας, στην καταγωγή των «Βλάχων», στη μεταφορά του εθίμου από τις βουνοκορφές της Πίνδου στην πόλη του Κάδμου και πολλά άλλα.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο εορτασμός της στην Πάτρα κατά τη διάρκεια του Πατρινού καρναβαλιού, όπου εκατοντάδες Πατρινοί από το μεσημέρι της Τσικνοπέμπτης στήνουν ψησταριές σε κάθε σημείο της πόλης, ακόμα και έξω από τα καταστήματά τους. Τοπικά δρώμενα “ο γάμος της Γιαννούλας της κουλουρούς” και “τα Τριτάκεια του Λάζαρη”. Το επίκεντρο των εκδηλώσεων είναι η Άνω Πόλη, η παλιά συνοικία Τάσι και κυρίως η πλατεία 25ης Μαρτίου και οι δρόμοι γύρω από αυτή. Λαϊκά και καρναβαλικά δρώμενα, μουσικές κομπανίες συμπληρώνουν τη βραδιά της άφθονης κατανάλωσης ψητού κρέατος και οινοποσίας.


Κέρκυρα

Στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας τελούνται τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσα ή πετεγόλια ή πετέγολα. Η πετεγολέτσα, το πετεγουλιό όπως το λένε οι Κερκυραίοι, δεν είναι άλλο από το γνωστότατο κουτσομπολιό και αποτελεί μέρος του Κερκυραϊκού Καρναβαλιού. Είναι θεατρικό είδος που μοιάζει πάρα πολύ με την κομεντία ντελ άρτε. Τα πετεγολέτσα πραγματοποιούνται το βράδυ της Τσικνοπέμπτης στις κεντρικές πλατείες ή τα στενά δρομάκια των διαφόρων χωριών της Κέρκυρας, με αποκορύφωμα τα πετεγολέτσα που παίζονται στην Πίνια που είναι το κέντρο της παλιάς πόλης, κοντά στην τοποθεσία “Κουκουνάρα”. Σ’ αυτήν συμμετέχουν και διάφορες νοικοκυρές από τα κοντινά σπίτια, στήνοντας ένα πραγματικό, πετεγουλιό – κουτσομπολιό, στα παράθυρα (φανέστρες) των σπιτιών τους με ξεκαρδιστικές ιστορίες βγαίνουν στη φόρα όλα τα άπλυτα των υποτιθεμένων πού έπεσαν σε διάφορα παραπτώματα, καυτηριάζοντας διαχρονικούς τύπους ανθρώπων και καταστάσεων.

Στην Κοζάνη την Τσικνοπέμπτη γίνεται η επίσημη έναρξη της αποκριάς στην κεντρική πλατεία ενώ ανάβει και ο πρώτος φανός σε μία από τις γειτονιές της πόλης. Ο φανός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Κοζανίτικης αποκριάτικης παράδοσης. Πρόκειται για εορταστική πυρά σε κεντρικά σταυροδρόμια και γειτονιές της Κοζάνης όπου οι συμμετέχοντες χορεύουν γύρω της με τη συνοδεία τοπικού κρασιού και Κοζανίτικου κιχιού.

Στην κεντρική πλατεία της Ξάνθης πραγματοποιούνται εκδηλώσεις όπως η «Βραδιά Παραδοσιακών Γεύσεων», όπου οι Λαογραφικοί Σύλλογοι της πόλης προσφέρουν εδέσματα, χορό και μουσική από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Στο Ξινό Νερό Φλώρινας την Τσικνοπέμπτη γίνεται χορός μασκέ με ορχήστρα και παραδοσιακή μουσική.

Στις αλάνες των Σερρών ανάβονται μεγάλες φωτιές, στις οποίες αφού ψήσουν το κρέας, πηδούν από πάνω τους. Τέλος κάποιος από την παρέα με χιούμορ αναλαμβάνει τα «προξενιά», ανακατεύοντας ταυτόχρονα τα κάρβουνα με ένα ξύλο.

Στην Κομοτηνή καψαλίζουν μια κότα που πρόκειται να φαγωθεί την επόμενη Κυριακή (της Απόκρεω). Αυτήν την ημέρα τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν δώρα φαγώσιμα.

Ο αρραβωνιαστικός στέλνει στην αρραβωνιαστικιά του μια κότα, τον κούρκο, και εκείνη στέλνει μπακλαβά και μια κότα γεμιστή. Όλα αυτά σχετίζονται με την παροιμία πως ο «έρωτας περνάει από το στομάχι».

Στην Ίο, το βράδυ της Τσικνοπέμπτης μασκαράδες ζωσμένοι με κουδούνια προβάτων διασχίζουν τη Χώρα και επισκέπτονται σπίτια και καταστήματα.

Στον Πόρο, η παράδοση επιβάλλει στους νέους να κλέψουν ένα... μακαρόνι, το οποίο θα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποια θα παντρευτούν.

Σε όλη την Πελοπόννησο σφάζουν χοιρινά από τα οποία φτιάχνουν διάφορα άλλα τρόφιμα, μεταξύ των οποίων πηχτή, τσιγαρίδες, λουκάνικα, γουρναλοιφή και παστό.

Στη Σκόπελο, οι κάτοικοι δίνουν ραντεβού στο Πεύκο, για να συνεχίσουν το γλέντι και το φαγοπότι όλοι μαζί.



Πηγές: armyvoice.gr

iefimerida.gr

dikaiologitika.gr

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

Λαογραφικά αντικείμενα



Λαογραφικά αντικείμενα

Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν παλιά στο σπίτι ήταν πολλά και διέφεραν από περιοχή σε περιοχή. Παρακάτω, θα δούμε μερικά από αυτά τα αντικείμενα και τη χρήση τους.

ΥΦΑΝΣΗ


Ο αργαλειός: Εδώ υφαίνονταν τα ρούχα της οικογένειας. Χοντρά κλινοσκεπάσματα, στρωσίδια για το σπίτι, σεντόνια και τραπεζομάντηλα και υφάσματα βαμβακερά και μεταξωτά για το ράψιμο των ρούχων. Τα σύνεργα πολλά. Η ρόκα και το αδράχτι για την δημιουργία του νήματος. Πριν από αυτά,- όταν για πρώτη ύλη για νήμα χρησιμοποιούνταν το σπάρτο-, ο λάκκος για το χτύπημα και τα λανάρια για το ξάσιμο. Τέλος η ανέμη για το τύλιγμα του έτοιμου νήματος.

ΡΟΥΧΑ

Για το σπίτι

Μπαντανία ή Βελέντζα: Μάλλινο κλινοσκέπασμα, φτιαγμένο από πρόβειο μαλλί, με μάλλινο υφάδι και στημόνι. Η μπαντανία υφαινόταν πάντα στο διπλό από το επιθυμητό μήκος και μετά το υφασμένο ρούχο το έβαζαν στην νεροτριβή, όπου και ‘έμπαινε’ και γινόταν γεμάτο και κρουστό.

Ιράμι ή χράμι: Μάλλινο κλινοσκέπασμα από πρόβειο μαλλί. Υφαινόταν με μάλλινο υφάδι και βαμβακερό στημόνι. Ήταν το είδος που συχνά γινόταν και κεντητό.

Σάϊσμα: Μάλλινο στρωσίδι από γίδινο-τράγιο μαλλί. Είχε μάλλινο στημόνι και υφάδι και έμπαινε και αυτό στην νεροτριβή όπως η μπαντανία. Είχε συνήθως χρώμα σκούρο γκρι-καφέ και σπάνια λευκό. Τα σαΐσματα τα έστρωναν πάνω στο πάτωμα για να κοιμηθούν στρωματσάδα, ή πάνω στο χώμα όταν κοιμόντουσαν στα κτήματα. Το σάϊσμα έχει το χαρακτηριστικό ότι δεν παίρνει εύκολα φωτιά και γι αυτό είναι καλό στρωσίδι για γύρω από το τζάκι.

Τσαντήλι: Είδος λεπτού σαΐσματος με διαστάσεις περίπου 50×100 cm που χρησιμοποιούνταν στο λιοτρίβι για την εξαγωγή του λαδιού από τον πολτό της ελιάς.

Στρωσίδι από λινάρι ή σπάρτο: Συχνά χρησιμοποιούταν το σπάρτο για να φτιάξουν φθηνό νήμα που βαφόταν και υφαινόταν, σκέτο ή με κεντήματα. Για να γίνει νήμα μάζευαν τα σπάρτα, τα έβαζαν για μέρες στο νερό σε κάποιο ρέμα, μετά τα πέρναγαν από θερμό νερό, τα ξεφλούδιζαν, τα έξεναν, τα έγνεθαν και τα έκαναν νήμα. Κόπος πολύς για να φτιαχτεί. Μετά με το νήμα αυτό έφτιαχναν στρωσίδια για το πάτωμα, ή θήκη /κάλυμμα για στρώμα κρεβατιού, μέσα στο οποίο έβαζαν σανό ή φλέτσια καλαμποκιού. Με σκέτο το νήμα από σπάρτο, ή με νήμα από λινάρι ύφαιναν επίσης χοντρά πανιά για καθημερινές χρήσεις (π.χ λιόπανα, τσουβάλια, πρόχειρα σακούλια κλπ).

Κουβέρτα κουπωτή: Ειδικό σχέδιο κουβέρτας από πρόβειο μαλλί με μάλλινο υφάδι και ειδικό λεπτό βαμβακερό νήμα για στημόνι και ανάγλυφα σχέδια.

Κουρελού: Παλιά πανιά και ρούχα κόβονταν σε λουρίδες που υφαίνονταν σε βαμβακερό στημόνι, σαν στρωσίδια του σπιτιού. Μερικές κουρελούδες ήταν υφασμένες σαν φλοκάτες. Όλα τα ρούχα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι μπαλώνονταν και χρησιμοποιούνταν μέχρι να φθαρούν πολύ. Σαν έφταναν να είναι πολύ φθαρμένα τα έκοβαν και τα ύφαιναν κουρελούδες, πάντα στο πνεύμα του να μην πηγαίνει τίποτα χαμένο.

Κουκουλάρικο: Λεπτό πανί από μετάξι, υφασμένο σε ίδιο στημόνι και υφάδι, που χρησιμοποιούνταν για σεντόνια και τραπεζομάντηλα.

Αλατζάς: Χοντρό βαμβακερό πανί. Συχνά καρώ λευκό μπλε, λευκό κόκκινο ή μονόχρωμο. Χρησιμοποιούνταν για πρόχειρα σεντόνια, τραπεζομάντηλα, αλλά και για να φτιάχνουν ρούχα και εσώρουχα.

Λιόπανα: Λιναρένια υφαντά πανιά για το μάζεμα των ελιών. Αναγκαστικά μικρά σε μέγεθος (περίπου 2χ3 μέτρα, και αρκετά βαριά σε σχέση με τα τεράστια πλαστικά σημερινά).

Τραγολιόπανα: Λιόπανα φτιαγμένα από τράγιο μαλλί αραιο- υφασμένο, για να κρατά τον καρπό της ελιάς χωρίς να είναι πολύ βαρύ.

Κιλίμι για άλογο: Μικρό ιράμι ή φλοκωτό, με πολλά χρώματα και κέντημα, που έμπαινε πάνω από το σαμάρι του ζώου. Το χρησιμοποιούσαν όταν οι άνθρωποι πήγαιναν επισκέψεις για γιορτές, εκδηλώσεις, ή δουλειές σε άλλα χωριά και στο παζάρι. Ήταν μέρος της καλής/επίσημης εμφάνισης.

Καπότα: Κάπα που φορούσαν οι βοσκοί, φτιαγμένη από πρόβειο μαλλί, που ήταν ζεστό και σου επέτρεπε να καθίσεις χάμω, ή πάνω στις πέτρες χωρίς να βραχείς.

Γιούρντα: Μακριά καζάκα από μάλλινο ύφασμα για τις γυναίκες.

Ταγάρι ή Σακκούλι: Μάλλινο, υφασμένο στον αργαλειό, για καθημερινή και αλλά και για «καλή» χρήση. Το καθημερινό ήταν συχνά μονόχρωμο από σκίνο ή λινάρι, και χρησιμοποιούνταν για να βάζουν μέσα το ψωμί, το κρασί ή τα εργαλεία που έπαιρναν στις αγροτικές δουλειές. Το καλό ήταν μάλλινο, πολύχρωμο, κεντητό ή ριγέ και το παίρνανε μαζί όταν πήγαιναν στο παζάρι, ή πήγαιναν επισκέψεις σε γιορτές ή εκδηλώσεις σε συγγενείς σε άλλα χωριά.

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Γουρνοτσάρουχα: Φτιαγμένα από χοιρόδερμα ραμμένο με σπάγγο, στο πάνω μέρος του οποίου συχνά ραβόταν μάλλινο πανί. Παρά το ότι σαν παπούτσι ήταν εύκολο και φθηνό, και πάλι πολλοί ήταν ξυπόλυτοι ακόμα και με τα χιόνια του χειμώνα. Το ίδιο και τα παιδιά που αστειευόμενος ο δάσκαλος την δεκαετία του 30 -40 αποκαλούσε ‘ξυπόλυτο τάγμα’.

Παπούτσια: Συνήθως είχαν ένα μόνον ζευγάρι για την εκκλησιά και τις πιο ‘καλές΄ περιπτώσεις. Όταν μάλιστα πήγαιναν στο παζάρι, ή σε πανηγύρι σε κάποιο άλλο χωριό, τα παπούτσια τους τα κρέμαγαν στο σαμάρι του μουλαριού και τα φορούσαν μόλις έφταναν, για να μην τα χαλάσουν περπατώντας στα μονοπάτια.

Ρόδα: Με ένα κομμάτι από ρόδα και δέρμα φτιαχνόταν ένα είδος σκληρής και ανθεκτικής παντόφλας, ιδανικής για τις αγροτικές δουλειές . Ήταν το πιο κοινό παπούτσι για άντρες και γυναίκες.

ΕΠΙΠΛΑ

Κρεβάτι: Χειροποίητο από ξύλο. Αποτελείται από 2 ξύλινες βάσεις πάνω στις οποίες έβαζαν κατά μήκος χοντρές σανίδες. Πάνω στις σανίδες έμπαινε το στρώμα που αποτελούσε μια θήκη φτιαγμένη από σπάρτο ή λινάρι, γεμισμένη με σανό ή ξερά φλέτσια από τα καλαμπόκια.

Αμπάρι / Κασόνι: Μεγάλο ξύλινο κασόνι, συνήθως με 2 χώρους όπου φυλασσόταν το γέννημα(= το σιτάρι) και το καλαμπόκι. Από εκεί έπαιρναν σταδιακά ποσότητες από σιτάρι για να το πάνε στον μύλο να το αλέσει να το κάνει αλεύρι.

Σοφράς: Χαμηλό τραπέζι στο οποίο έτρωγε η οικογένεια καθισμένη οκλαδόν στο πάτωμα.

Κασέλα: Ξύλινο μπαούλο, μερικές φορές ζωγραφιστό όπου φυλάσσονταν ρούχα, ασπρόρουχα, σεντόνια και πετσέτες.

Μπαούλο
Σκαμνί

Νάκα: Το κρεβάτι-κούνια των μωρών που το μετέφερε στον ώμο η μητέρα στο χωράφι και στις δουλειές. Στο σπίτι το κρεμούσαν από κάποιο δοκάρι, στο χωράφι από κάποιο δέντρο, ώστε το μωρό να είναι ασφαλές και να το κουνάνε να ησυχάζει. Χρησιμοποιούνταν για τα μωρά μέχρι κάποιων μηνών που ήταν τυλιγμένα στις φασκιές κι έτσι μπορούσαν να ‘χωρούν’ στην νάκα. Φτιαγμένη από δέρμα και ξύλο.

Η Νάκα και η Σαρμάνιτσα – Κείμενο της Ειρήνης Θεοδωροπούλου- Νοεμ 2018



Η νάκα, η σαρμανίτσα κι άλλα παλιά κι αξέχαστα…

Όσοι δεν γνώρισαν τη νάκα, γνώρισαν τη σαρμανίτσα κι όσοι δεν τα γνώρισαν, σίγουρα έχουν κάπου ακούσει το τραγούδι της Χάιδως:

Τι να σε κάνω Χάιδω μου δεν μπορώ
ορέ και εσύ θέλεις παιχνίδια
και εγώ παιχνίδια Χάιδω δεν μπορώ.
Άιντε δεν μπορώ.

Τι να σε κάνω Χάιδω μου δεν μπορώ
ορέ παιχνίδια να σου παίξω
θέλεις στην κούνια Χάιδω βάλε με
ορέ θέλεις στην σαρμανίτσα
και με το πόδι σ’ Χάιδω μ’ κούνα με
άιντε κούναμε.και με το χέρι γνέσε….

Πολυάσχολες οι γυναίκες του παλιού καιρού μαζί με τις τόσες αγροτικές ασχολίες, είχαν και τη φροντίδα της μητρικής … ιδιότητας… Αν δεν κουβαλούσαν ζαλωματιές από ξύλα, κλαριά ή τσουβάλια και καλάθια, κουβαλούσαν στη νάκα το νεογέννητο για να πάνε να θερίσουν ή να τρυγήσουν ή τέλος πάντων να συνεισφέρουν στο μόχθο της επιβίωσης με τα ακούραστα χέρια την υπηρεσία τους. Έβαναν το μωρό στη νάκα και τρέχανε στα χωράφια. Η νάκα ήταν δερμάτινη με μάκρος περίπου ένα μέτρο, πλατύτερη στο πάνω μέρος και στενότερη στο κάτω. Στα πλάγια ήταν προσαρμοσμένα δύο ξύλα που εξείχαν λίγο. Στις εξοχές των ξύλων στήριζαν δερμάτινες λουρίδες, σαν λαβές, για να τις πιάνουν και να μεταφέρουν τη νάκα. Το εξωτερικό της ήταν στολισμένο με χάντρες και δερμάτινα κεντήματα. Τα ξύλα ήταν από παλιούρι (άγριο αγκαθωτό φυτό) για να προστατεύεται το παιδί από το μάτιασμα.

Η σαρμανίτσα ήταν ένα είδος κούνιας που χρησιμοποιείτο στην περιοχή της Ηπείρου, όπου κοίμιζαν και κουνούσαν τα μωρά, το οποίο κούνημα γινόταν και με τα πόδια, όταν η μάνα είχε πιασμένα τα χέρια με γνέσιμο, μπάλωμα, ή πλέξιμο. Είναι μικρό ξύλινο φορητό κρεβατάκι, καμωμένο από τρεις κοντόπλατες σανίδες καρφωμένες σε σχήμα σκαφιδιού και στερεωμένες σε δύο τέτοιες κάθετες με στρογγυλή βάση, πλατύτερη και πιο ψηλή προς το κεφάλι και χαμηλότερη των ποδαριών η άλλη. Εκεί το νανούριζαν και σιγά σιγά το’ παίρνει ο ύπνος…

Πάρε το ύπνε το παιδί,
κι άμε το στα περβόλια.
Γέμισε τα στηθάκια του,
γαρύφαλλα και ρόδα.
Κοιμήσου εσύ, μωράκι μου,
σε κούνια καρυδένια,
σε ρουχαλάκια κεντητά
και μαργαριταρένια.
Κοιμήσου με τη ζάχαρη,
κοιμήσου με το μέλι
και νίψου με το ανθόνερο,
που νίβονται οι αγγέλοι.
….. …. ……

ΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

ΝΕΡΟ / ΠΛΥΣΗ

Η βούτα: Μεγάλο ξύλινο ανοιχτό επάνω δοχείο για την μεταφορά νερού για διάφορες χρήσεις από τον Κάναλο,- την βρύση στο σπίτι. Τις βούτες κουβαλούσαν με τα μουλάρια- τις φόρτωναν ανά 2 μια σε κάθε πλευρά του σαμαριού.

Η βαρέλα: Κλειστό μικρότερο βαρελάκι για μεταφορά και αποθήκευση πόσιμου νερού από τον Κάναλο, ή τα πηγάδια.

Η στάμνα: Πήλινο δοχείο για να μεταφέρει αλλά και να κρατά δροσερό το πόσιμο νερό στο σπίτι.

Το μπουγιέλο: Σιδερένιος κουβάς για να βγάζουμε νερό από το πηγάδι, ή για την μεταφορά νερού/υγρών.

Το λεβέτι: Το μεγάλο καζάνι.

Το χαρανί: Το μικρό καζάνι- ή μεγάλη κατσαρόλα

Το ασκί ή τουλούμι: Ασκός για το κρασί φτιαγμένο από δέρμα κατσικιού.

Ο κόπανος: Για το πλύσιμο των χοντρών ρούχων

ΨΩΜΙ

Το σκαφίδι: Ξύλινη σκάφη μέσα στην οποία ζύμωναν το ψωμί

Η ξύστρα: Το σιδερένιο εργαλείο με το οποίο ξύνανε και καθάριζαν τα υπολείμματα ζυμαριού από το σκαφίδι

Το πλαστήρι: Εδώ πάνω έπλαθαν τα καρβέλια του ψωμιού. Αρκετά σπίτια είχαν μικρότερο χωριστό πλαστήρι για τα πρόσφορα.

Η πινακωτή: Σανίδα με μικρά χωρίσματα στα οποία τοποθετούσαν τα πλασμένα καρβέλια του ψωμιού. Εδώ τα σκέπαζαν με πανί και τα τύλιγαν με κουβέρτα και τα άφηναν για να ζεσταθεί και να φουσκώσει η ζύμη πριν να τα βάλουν στον φούρνο να τα ψήσουν.

Το φτυάρι του φούρνου: Ξύλινο φτυάρι με το οποίο φούρνιζαν το ψωμί

ΛΑΔΙ

Κιούπια

ΦΑΓΗΤΟ – ΣΚΕΥΗ

Ο τέντζερης

Το τηγάνι

Το ταψί

Το φτσέλι

Η βεδούρα

ΓΙΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΦΑΓΗΤΟΥ

Λοκανίστρα: Ειδικό χωνί με το οποίο γέμιζαν τα χοιρινά λουκάνικα

Τσιγγέλια: Ξύλινα άγγιστρα για να καπνίζουν το χοιρινό

Η Κάδη: Ξύλινο ψηλόλιγνο κυλινδρικό δοχείο, όπου χτυπούσαν το γάλα για να γίνει βούτυρο

ΦΩΣ

Η λάμπα πετρελαίου

Το λυχνάρι

ΦΩΤΙΑ

Η Μασιά

Η ξυλογαϊδάρα

Η σιδεροστιά

Το φυσερό

Τα σίδερο με κάρβουνα

ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΓΙΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ & ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

ΚΟΠΗ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΞΥΛΩΝ

Τσεκούρι

Κλαδευτήρι

Πριόνι

Κόφτρα για κόψιμο κορμών: Μακριά πριονωτή κορδέλα με πιάστρες από τις δύο άκρες. Την χρησιμοποιούσαν 2 άνδρες που κρατώντας την μια άκρη ο καθένας και τραβώντας έκοβαν με αυτό τον τρόπο σε κομμάτια μεγάλους κορμούς δέντρων

Αμπάρα για κάθετο κόψιμο ξύλων

Αρίδι: Εργαλείο για να τρυπάζει το ξύλο

Πλάνη

Σφυρί, κάβουρας, πένσα

Ο Κουταλογλύφτης: Εργαλείο με το οποίο που σκάβανε το ξύλο για να φτιάξουνε κουτάλες


ΣΚΑΨΙΜΟ

Κασμάς

Αξίνα

Ξινάρι

Φτυάρι


ΟΡΓΩΜΑ

Ζυγός για βόδια

Ζυγός για μουλάρια ( 2πλός και απλός )

Αλέτρια

Ξύλινο δίφτερο

Σιδερένιο μονόφτερο

Σβάρνα

ΘΕΡΟΣ – ΑΛΩΝΙΣΜΑ

Δρεπάνι

Χαράρια: Πλέγμα από λεπτά ξύλα και σχοινιά για την μεταφορά του σανού.

Δικράνι: Ξύλινη τρίαινα για το γύρισμα του αλωνιού, το λίχνισμα του σταριού, και την μεταφορά σανού για τα ζώα.

Δρυμόνι: Μεγάλο κόσκινο που χρησιμοποιούσαν για να περάσουν το σιτάρι,- μετά το αλώνισμα και το λίχνισμα-, για να καθαρίσει από τα τελευταία άγανα και πετρούλες.

Μύλος για το σιτάρι: 2 πέτρες που γυρίζοντας έτριβαν το σιτάρι ή το καλαμπόκι

ΑΜΠΕΛΙ / ΤΡΥΓΟΣ

Κειαφιστήρι

Ψικαστήρα

Κόφες: Μεγάλα κοφίνια για το μάζεμα των σταφυλιών

Τσιφιλιά: Ξύλινη κατασκευή με την οποία συμπίεζαν τα στέμφυλα ( = τα πατημένα σταφύλια -υπόλοιπα από το πατητήρι ) για να βγάλουν το υπόλοιπο του χυμού τους

Βαρέλι

ΣΥΚΑ

Καλαμωτή: Εδώ έλιαζαν τα σύκα. Παλιότερα τις χρησιμοποιούσαν και για την εκτροφή των μεταξοσκωλήκων.

ΖΩΝΤΑΝΑ

Σεντράνι ή Σιαντράνι: Εδώ ξύνανε τα νύχια των μουλαριών

Σαμάρι

Μπαϊλτούμια: Τα πέτσινα ζωνάρια και λουριά που στηρίζαν το σαμάρι

Φούμωτρο

Λαιμαργιά για το όργωμα

Κουλούρα για το αλώνι

Χαλινάρι

Τροκάνια

Σπηρούνια

Προβατοψαλίδα


ΔΙΑΦΟΡΑ

Το στατέρι

Η πλάστιγγα

Το καλούπι για τα κεραμίδια

Το εργαλείο για εργασίες τσαγγάρη


Πηγή: tourkoleka.gr

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Θεοφάνεια: Τα έθιμα και οι παραδόσεις που κρατάνε μέχρι σήμερα



Θεοφάνεια: Τα έθιμα και οι παραδόσεις που κρατάνε μέχρι σήμερα




Κάθε χρόνο γιορτάζονται τα Θεοφάνεια, η μεγάλη γιορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Ποια είναι όμως τα έθιμα που τελούνται σήμερα;

Κάλαντα των Φώτων. Ψάλλονται από τα παιδιά την παραμονή της εορτής σε πολλές παραλλαγές. Οι περισσότερες αρχίζουν με τους στίχους: «Σήμερα είν' τα Φώτα και ο φωτισμός / και χαρά μεγάλη και αγιασμός…»

Ανέλκυση του Σταυρού (το «πιάσιμο του Σταυρού») από κολυμβητές, τους λεγόμενους Βουτηχτάδες, κατά την τελετή της Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού. Νεαρά, κυρίως, άτομα βουτούν στα παγωμένα νερά για να πιάσουν πρώτα τον Σταυρό και να λάβουν την ευλογία του ιερωμένου, αλλά και να δεχθούν τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών τους. Στον Πειραιά απαγορεύτηκε από τα προπολεμικά χρόνια η ανέλκυση του Σταυρού από βουτηχτές, έπειτα από μια θανάσιμη συμπλοκή μεταξύ τους. Στις μέρες μας, η ανέλκυση γίνεται από τον Επίσκοπο με την κορδέλα που φέρει ο Σταυρός.

Αγιασμός των οικιών από τους ιερείς. Στην Ελλάδα ο αγιασμός γίνεται για πρώτη φορά την παραμονή των Θεοφανίων και λέγεται «Μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». Με την Πρωτάγιαση, ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών για να φύγει μακριά κάθε κακό. Παλαιότερα, οι λαϊκές δοξασίες συνέδεαν τον φωτισμό των σπιτιών με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν να φεύγουν περίτρομοι με την έλευση του ιερέα, κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρουλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!»

Σύμφωνα με το sansimera, η γιορτή των Θεοφανίων περικλείει άλλωστε και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Ο Αγιασμός στη χώρα μας έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία αυτή έννοια δεν είναι αυστηρά χριστιανική, αλλά έχει τις ρίζες της στην αρχαία λατρεία.

Η κατάδυση του Σταυρού, κατά τη λαϊκή πίστη, δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών μετά τη κατάδυση τρέχουν στις παραλίες ή στις όχθες ποταμών και λιμνών για να πλύνουν τα αγροτικά τους εργαλεία, ακόμη και εικονίσματα. Κατά τη λαϊκή δοξασία, ακόμη και τα εικονίσματα με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους, που την αποκτούν όμως εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Αυτή ακριβώς η διαδικασία δεν αποτελεί παρά επιβίωση της αρχαίας αθηναϊκής γιορτής των «Πλυντηρίων».

Στην ανατολική Μακεδονία ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εορτασμός των Θεοφανίων στη Δράμα με πληθώρα εκδηλώσεων και δρώμενων. Σκοπός τους είναι η εξασφάλιση της καλοχρονίας, δηλαδή η καλή υγεία και η πλούσια γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Μαύρες κάπες, δέρματα ζώων, μάσκες, κουδούνια και θόρυβοι, στάχτη και σταχτώματα, χοροί και αγερμοί, αναπαράσταση οργώματος και σποράς, πλούσιο φαγοπότι και ευχές επιδιώκουν να επενεργήσουν στην καρποφορία της φύσης.

Σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από την πόλη της Δράμας βρίσκεται το Μοναστηράκι, όπου κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανίων, αναβιώνει το έθιμο των Αράπηδων. Έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στις διονυσιακές τελετές, ενώ έχει δεχτεί και χριστιανικές επιρροές. Οι Αράπηδες είναι μια εθιμική παράσταση (δρώμενο) με έντονα την υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, στην οποία συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής. Το ίδιο έθιμο συναντάμε επίσης και στα χωριά Βώλακας, Πετρούσα και Ξηροπόταμος. Αναβιώνει επίσης κάθε χρόνο και στη Νίκησιανη του Δήμου Παγγαίου στο νομό Καβάλας.

Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα των Θεοφανίων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό.

Στην Χαλκιδική τηρούνται τα έθιμα της Καμήλας (Γαλάτιστα) και των Φωταράδων (Παλαιόκαστρο), ένα χορευτικό δρώμενο, που εκτυλίσσεται στην πλατεία του χωριού.

Το «γιάλα - γιάλα» αναβιώνει στην Ερμιόνη της Αργολίδας πάνω από 50 χρόνια. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα. Τα ξημερώματα των Φώτων, τα αγόρια που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι, φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδώντας το «γιάλα - γιάλα». Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές και μυρτιές, τις οποίες δένουν στο λιμάνι πριν την καθιερωμένη βουτιά.

Στην Λευκάδα τηρείται το έθιμο «των πορτοκαλιών». Οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα τα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και τα οποία είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο. Έπειτα τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία και αφήνουν ένα από αυτά για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού. Πριν την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού, ρίχνουν στη θάλασσα τα παλιά πορτοκάλια.

Πηγή: news247.gr 

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Έθιμα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς στην Κρήτη



Έθιμα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς στην Κρήτη




Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, έτσι και η Κρήτη έχει τα δικά της έθιμα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Ας δούμε μερικά από αυτά:

Ξυγκόπιτες

Την προπαραμονή των Χριστουγέννων, στα χωριά της ανατολικής Κρήτης γιορτάζεται η μέρα των Αγίων Δέκα. Στα πλαίσια των εορτασμών, έσφαζαν γουρούνια, τα οποία όλο το χρόνο τα τάιζαν με βελανίδια, χουμά και αποφάγια και χρησιμοποιούσαν το λίπος τους, το οποίο αποκαλείται γλίνα, ως βούτυρο και έφτιαχναν την λεγόμενη ξυγκόπιττα.


Ο χοίρος των Χριστουγέννων

Στην Κρήτη παλιότερα ήταν έθιμο να μεγαλώνει κάθε οικογένεια στο χωριό ένα γουρούνι, το «χοίρο», όπως το έλεγαν. Ο χοίρος σφαζόταν την παραμονή των Χριστουγέννων κι ήταν το κύριο Χριστουγεννιάτικο έδεσμα. Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, οι χωρικοί έκοβαν το κρέας του χοίρου και έφτιαχναν:

• λουκάνικα

• απάκια: καπνιστό κρέας

• πηχτή (τσιλαδιά): αφαιρείται κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του γουρουνιού και όλα μαζί βράζονται. Ο ζωμός με ειδική προετοιμασία μετατρέπεται σε πηχτό ζελέ που μέσα του βρίσκονται τα κομμάτια του κρέατος.

• σύγλινα, δηλαδή το κρέας του γουρουνιού κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητα του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες.

• ομαθιές, τα έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι.

• τσιγαρίδες, κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό στην εξοχή, όταν μάζευαν τις ελιές.

Ο χοίρος των Χριστουγέννων ήταν η βασική πηγή κρέατος για αρκετές εβδομάδες. Φυσικά αναφερόμαστε σε μια δίαιτα εξαιρετικά φτωχή σε κρέας, την περίφημη διατροφή της Κρήτης (Μεσογειακή Διατροφή), που χάριζε στους Κρητικούς των παλιότερων δεκαετιών υγεία και μακροζωία.

Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το χοίρο των Χριστουγέννων, για κάθε κομμάτι του ζώου υπήρχε κάποια χρήση. Ακόμα κι αυτή η ουροδόχος κύστη, η «φούσκα» όπως λέγεται, πλενόταν και καθαριζόταν και μετά φουσκωνόταν και γινόταν μπάλα, πολύτιμο δώρο για τα παιδιά της εποχής εκείνης.


Το έθιμο των «αέρηδων»

Παλιότερα, από την παραμονή των Χριστουγέννων οι γεωργοί, οι βοσκοί και οι ναυτικοί έλεγαν «πώς παλεύουν οι καιροί και οι αέρηδες, ποιος θα γεννηθεί και ποιος θα βαπτισθεί». Όποιος γεννηθεί, όποιος αέρας δηλαδή υπερισχύσει την ημέρα των Χριστουγέννων, ο ίδιος θα κρατήσει μέχρι των Φώτων και για το μεγαλύτερο μέρος του καινούριου χρόνου.


«Χριστόψωμο»

Όπως σε πολλά μέρη της Ελλάδας, έτσι και στην Κρήτη, το Χριστόψωμο κυριαρχεί στην εορταστική κουζίνα και η παράδοση λέει ότι, κατά το ζύμωμά του, οι νοικοκυρές της Κρήτης τραγουδάνε «Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει».

Το παραδοσιακό, αυτό, κρητικό γλυκό ψωμί το στολίζουν με ξόμπλια. Αυτά τα στολίδια συμβολίζουν αλέτρια, ζώα, πουλιά, γεννήματα της γης (γεωργική χώρα) ή πιο απλά με έναν σταυρό που συμβολίζει το μαρτύριο που έρχεται.

Στην παλιά Κρήτη πρόσεχαν ιδιαίτερα τα ζώα τους, τα οποία είχαν μερίδα και στο Χριστόψωμο. Έτριβαν ένα χριστόψωμο, το ανακάτευαν με τα πίτουρα και το έδιναν στα ζώα να το φάνε, για να ευλογηθούν κι αυτά. Έπαιρναν κι ένα ρίφι ή πρόβατο στο σπίτι τους γιατί θεωρούσαν πως είναι ευλογημένα μια και ήταν τα ζώα που ζέσταιναν με την ανάσα τους τη φάτνη.


Η πέτρα στο σπίτι

Κάθε πρωί Πρωτοχρονιάς, χαράματα και μόλις κτυπούσε η “πρώτη καμπάνα”, όλοι μικροί – μεγάλοι, σηκώνονταν, έκαναν τρείς φορές το σταυρό τους, και χωρίς να μιλήσουν, έβαζαν τα γιορτινά τους, έβγαιναν έξω από το σπίτι, έπαιρναν από μια πέτρα ο καθένας τους, όσο μεγαλύτερη μπορούσε, και την έφερναν μέσα στο σπίτι.

Μετά από αυτό, ο καθένας, καθόταν στην πέτρα που μόλις είχε φέρει και έλεγαν τη φράση : “Κλού -Κλού στα ορνίθια μας, καλοχρονιά στα σπίτια μας, όσο βάρος έχει η πέτρα τούτη, τόσο χρυσάφι και ασήμι να μπει στα σπίτια μας”.

Μετά από αυτό σηκώνονταν ο καθένας έκανε το σταυρό του 3 φορές, καλημέριζαν τους υπολοίπους και τα παιδιά έπρεπε να φιλήσουν το χέρι των γονιών τους και μετά πήγαιναν στην Εκκλησία για τη λειτουργία.

Στην επιστροφή από την Εκκλησία, έμπαινε πρώτος στο σπίτι ο πρωτότοκος και μετά οι υπόλοιποι. Οι πέτρες έμεναν μέσα στο σπίτι, στο ίδιο μέρος που είχαν τοποθετηθεί, επί οκτώ μέρες.

Την όγδοη μέρα έπιανε ο καθένας την πέτρα του και αφού έκανε το σταυρό του 3 φορές, την πήγαινε πάλι έξω από το σπίτι. Αυτό το έθιμο γινόταν απαραίτητα κάθε Πρωτοχρονιά κι έφερνε στο σπίτι “γούρι”, ευτυχία, αγάπη, γαλήνη και ειρήνη.


Το έθιμο της Κρεμύδας ή ασκελετούρας

Το σκυλοκρέμμυδο ή κρεμμύδα ή ασκελετούρα είναι συνηθισμένο φυτό στην Κρήτη. Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Τα ζώα δεν το τρώνε γιατί έχει δηλητήριο, που μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό από επαφή. Ακόμα και να το βγάλεις απ’ τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα και άνθη. Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα, γι’ αυτό την πρωτοχρονιά κρεμούν την ασκελετούρα στα σπίτια τους. Πρόκειται για αρχαίο έθιμο καλοτυχίας που αναφέρεται ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., αλλά σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.


Καλή χέρα

Μερικές δεκαετίες παλιότερα, η «καλή χέρα» ήταν το μόνο δώρο που έπαιρναν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν απλά ένα κέρασμα μια κι ούτε χρήματα υπήρχαν πολλά, αλλά ούτε μαγαζιά με παιγνίδια. Αργότερα, συνηθιζόταν να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά που επισκέπτονταν κάποιο συγγενικό σπίτι την Πρωτοχρονιά – συνήθως εγγόνια ή ανίψια.



Πηγή:

ellinismosonline.gr

cretanmagazine.gr

 

 

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

Ο Ιανουάριος στην Παράδοση



Ο Ιανουάριος στην Παράδοση


Ο Ιανουάριος, ή Γενάρης είναι ο πρώτος μήνας του πολιτικού έτους και ανήκει στην εποχή του Χειμώνα κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Είναι ο πέμπτος μήνας του χριστιανικού έτους, του καλούμενου ενιαυτού, και άλλοτε ο ενδέκατος του ρωμαϊκού ημερολογίου, περιλαμβάνοντας 31 ημέρες (εικοσιτετράωρα) έχοντας κατά μέσον όρο χρόνο ημέρας 10 ώρες, και χρόνο νύκτας 14 ώρες.

Ο Ιανουάριος αντιστοιχεί κατά το πρώτο ήμισυ με τον Ποσειδεώνα και κατά το έτερο με τον Γαμηλιώνα του αρχαίου ελληνικού αττικού ημερολογίου, καθώς επίσης με τον Σαββάθ των Εβραίων και τον Τωβί των Αιγυπτίων.

Η πρώτη μέρα του μήνα και πρώτη ημέρα του χρόνου, είναι γνωστή ως Πρωτοχρονιά.

Ονομασίες

Ο Ιανουάριος πήρε το όνομά του από τον Ιανό, θεό κάθε αρχής στη ρωμαϊκή μυθολογία. Όπως αναφέρει σχετικά και ο Ηλίας Αναγνωστάκης:

…ο Ιανός ήταν θεός δίμορφος, που παριστάνεται πότε με κλειδιά ή με τριακόσιες ψήφους στο δεξί του χέρι και εξήντα πέντε στο αριστερό, όσες οι μέρες του ενιαυτού. Εκαλείτο δε και «Αιωνάριος» αντί Ιανουάριος, επειδή τον θεωρούσαν του αιώνος πατέρα. Είχαν μάλιστα οριστεί δώδεκα πρυτάνεις να τον υμνούν και υπήρχε δωδεκάβωμον στο ναό του, όσοι και οι μήνες του έτους.

— Ηλίας Αναγνωστάκης

Ο Ιανουάριος, ωστόσο, δεν ήταν ανέκαθεν ο πρώτος μήνας του έτους για τους Ρωμαίους. Στα πρώτα χρόνια της ιστορίας τους, πρώτος μήνας ήταν ο Μάρτιος, από το όνομα του πολεμικού θεού τους Mars-Martis (δηλαδή του Άρη των Ελλήνων). Πρωτοχρονιά ήταν τότε η πρώτη Μαρτίου, η οποία εξακολούθησε να γιορτάζεται και στα κατοπινά χρόνια. Και επειδή θυμούνταν πως αυτή ήταν η αρχική τους πρωτοχρονιά, την έλεγαν πάτριον. Ο Ιανουάριος έγινε πρώτος μήνας αργότερα, όταν ο μυθικός βασιλιάς των Ρωμαίων Νούμας Πομπίλιος οργάνωσε το ημερολόγιο με βάση τον ήλιο.

Στον Ιανουάριο ο λαός μας έχει δώσει διάφορες ονομασίες, όπως το Γενάρης επειδή τότε γεννούν τα γιδοπρόβατα, και Μεσοχείμωνας επειδή είναι ο μεσαίος από τους μήνες του χειμώνα, όπως δηλώνει και η παροιμία «ως τα’ Αϊ-Γιαννιού, τρυγόνα, είναι η φούρια του χειμώνα». Είναι επίσης και ο μήνας με το λαμπρότερο φεγγάρι: «Του Γενάρη το φεγγάρι παρά ώρα μέρα μοιάζει». Ονομάζεται και Γατόμηνας επειδή στη διάρκειά του ζευγαρώνουν οι γάτες, και Μεγάλος μήνας ή Τρανός μήνας ή Μεγαλομηνάς γιατί είναι ο πρώτος μήνας του έτους και σε αντιδιαστολή με τον Φεβρουάριο, που είναι «κουτσός» (Κουτσοφλέβαρος). Οι αλκυονίδες ημέρες τού έχουν δώσει και την ονομασία «γελαστός», αλλά είναι επίσης γνωστός και ως «κλαδευτής»: «Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη γυρεύεις». Άλλες ονομασίες: Γενολοήτης (επειδή αυτόν τον μήνα γεννοβολούν τα κοπάδια), Κρυαρίτης γιατί τον μήνα αυτόν οι θερμοκρασίες ειναι χαμηλές. Ο Ιανουάριος ονομάζεται επίσης Καλαντάρης.


Μία από τις ωραιότερες δημώδεις ελληνικές παροιμίες για τον Γενάρη είναι:

Να ΄μουν το Μάη γάιδαρος
και τον Απλίλ΄ κριάρι (ή σκύλος τον Αλωνάρη)
ούλο το χρόνο κόκορας
και γάτος τον Γενάρη.

Ενώ σε μια άλλη παραλλαγή αναφέρεται

Να ΄μουν το Μάη γάιδαρος
τον Αύγουστο κριάρι
όλο το χρόνο κόκορας
και γάτος τον Γενάρη.

Λαογραφία

Ο Ιανουάριος είναι επίσης γνωστός και ως καλαντάρης από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και τα δώρα των Καλενδών του Ιανουαρίου. Τα δώρα αυτά είναι το σημερινό «δώρο των Χριστουγέννων», ο 13ος μισθός, ο οποίος στη Βυζαντινή εποχή ήταν πράγματι δώρο κι όχι μισθός. Όπως αναφέρει ο Σπύρος Τραϊανός τα δώρα αυτά είχαν την εξής προέλευση:

`Με την αρχή του χρόνου άρχιζε η θητεία των υπάτων, οι οποίοι σε σχετική πομπή στους δρόμους σκορπούσαν νομίσματα, που αρχικώς ήσαν χρυσά, αλλά αργότερα, επί Ιουστινιανού, περιορίστηκαν σε αργυρά. Μικρά νομίσματα συνέλεγαν όμως και τα παιδιά, που περιέρχονταν τα σπίτια συγγενών και φίλων για να ευχηθούν. Έτσι γεννήθηκαν τα «Κάλαντα», που φθάνουν μέχρι τις μέρες μας, αλλά αφετηρία τους υπήρξαν οι Καλένδες του Ιανουαρίου, άσχετα αν σταδιακά επεκτάθηκαν από τα παιδιά σε όλες τις εορταστικές ημέρες του Δωδεκαήμερου.

— Σπύρος Τραϊανός


Οι ρίζες άλλωστε πολλών από τα έθιμα του Δωδεκαήμερου ανάγονται στους χρόνους που γιορτάζονταν η «Χειμερινή τροπή» του Ήλιου που σημάδευε την αρχή της εποχής του χειμώνα. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια (στην Ελλάδα τα Κρόνια) από τις 18 έως τις 24 Δεκεμβρίου και ήταν η αρχαιότερη γιορτή των Ρωμαίων την οποία απέδιδαν στον Ρωμύλο ή στους Πελασγούς. Ξεχώρισε όμως από τις άλλες αγροτικές γιορτές τους το 217 π.Χ. Κατά την κεντρική ημέρα της γιορτής του «αηττήτου ηλίου», στις 25 Δεκεμβρίου, εορταζόταν το γεγονός της τροπής του Ήλιου, που άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό, να μεγαλώνουν οι ημέρες, και μαζί τους οι ζωογόνες ακτίνες του Ήλιου ξανάκαναν τη Γη να καρποφορήσει. Την 1η Ιανουαρίου γιορτάζονταν οι Καλένδες, στις 3 τα Βότα, στις 4 τα Λορεντάλια και στις 7 Ιανουαρίου τελείωνε η περίοδος αυτή των εορτών.

Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης:

Βασιλόπιτα

Η τοποθέτηση στις μέρες των πανηγυρισμών αυτών, της Γέννησης, της Περιτομής και της Βάφτισης του Χριστού δεν έσβησε αρχέγονες λατρευτικές αναμνήσεις και μακροχρόνιες συνήθειες. Έτσι, στο Δωδεκαήμερο συναντούμε έθιμα χριστιανικά μαζί και παγανιστικά να συμπορεύονται αρμονικά σε μια καμπή του χρόνου κρίσιμη για την ευετηρία, την καλοχρονιά, στην ευρύτερη διάσταση της πλούσιας παραγωγής και της καλής υγείας… Χαρακτηριστικό του πνεύματος της Πρωτοχρονιάς είναι το γνωστό ποδαρικό, που σε αρκετά μέρη παίρνει μορφή πραγματικής μαγικοδεισιδαιμονικής τελετουργίας…. Άλλο σύμβολο της μέρας είναι η βασιλόπιτα, που, με πολλές μορφές και διάφορους τρόπους παρασκευής, είναι παρούσα σε όλα τα σπίτια, σε χωριά και πόλεις…. Πέρα όμως από κάθε άλλο έθιμο λιγότερο ή περισσότερο γνωστό, το πνεύμα του Δωδεκαημέρου χαρακτηρίζει το δρώμενο των μεταμφιέσεων… που έδωσαν το ενδόσιμο στη φαντασία του λαού να πλάσει τους καλικαντζάρους… όντα δαιμονικά, για τα οποία υπήρχε τόσο πλούσια παράδοση, όση για κανένα άλλο δημιούργημα της νεοελληνικής μυθοπλασίας.

— Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης


Εορτές τον Ιανουάριο

Εκτός από τα έθιμα πλούσιο είναι και το εορτολόγιο του Ιανουαρίου αρχίζοντας με την γιορτή του Αγίου Βασιλείου και της Περιτομής του Χριστού την πρώτη του μήνα και τελειώνοντας με την γιορτή των Τριών Ιεραρχών στα τέλη του. Ενδιάμεσα έχουμε την γιορτή των Θεοφανίων (στις 6), του Αϊ-Γιάννη (στις 7), του Αγίου Γρηγορίου (στις 25) αλλά και τις εορτές των δύο μεγάλων αγίων του πρώιμου αιγυπτιακού χριστιανισμού: του Μεγάλου Αντωνίου (στις 17) και του Αθανασίου (στις 18).

ΠηγέςΣιμόπουλος, Διονύσης Π. Οι Μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος, Γεωτρόπιο Ελευθεροτυπίας, Τεύχος 507 (2 Ιανουαρίου 2010)
Συλλογικό (Επιμέλεια: Κωστής Γιούργος), Αφιέρωμα: Ιανουάριος, ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Καθημερινής, 31 Δεκεμβρίου 2000


Πηγή: el.wikipedia.org

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου στην Πελοπόννησο



Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου στην Πελοπόννησο




Τα χριστόψωμα, τα κεράσματα, τα λαλάγια, το τσιγαρισμένο χοιρινό κρέας, το πάτημα της πέτρας, καθώς και τα φαγητά στην κρήνη για τις Μοίρες, είναι μερικά από τα έθιμα της περιόδου των Χριστουγέννων που τηρούνται σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου.

Η Πρωτοχρονιά, που αποτελεί πέρασμα στο νέο χρόνο, είναι φυσικό να συνδέεται με συνήθειες που εξασφαλίζουν το καλό, την ευετηρία, και την αποφυγή ενεργειών που μπορεί να σημαίνουν κακό για το χρόνο που έρχεται.

Έθιμα που οι ρίζες τους χάνονται στο χρόνο, αναβιώνουν κάθε χρόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άλλοτε με χορούς και τραγούδια, άλλοτε με παραδοσιακές λιχουδιές, άλλοτε με το άναμμα του τζακιού ή το σπάσιμο του ροδιού, άνθρωποι από κάθε γωνιά της χώρας κρατούν ζωντανά τα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας.

Τα κάλαντα είναι έθιμο που διατηρείται αμείωτο ακόμα και σήμερα με τα παιδιά να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι σε ζεύγη ή και περισσότερα και να τραγουδούν τα κάλαντα συνοδεύοντας το τραγούδι τους με το τρίγωνο η ακόμα και κιθάρες, ακορντεόν, λύρες, η φυσαρμόνικες. Τα παιδιά γυρνούν από σπίτι σε σπίτι, χτυπούν την πόρτα και ρωτούν: «Να τα πούμε;». Αν η απάντηση από τον νοικοκύρη η την νοικοκυρά είναι θετική, τότε τραγουδούν τα κάλαντα για μερικά λεπτά τελειώνοντας με την ευχή «Και του Χρόνου. Χρόνια Πολλά». Ο νοικοκύρης τα ανταμείβει με κάποιο χρηματικό ποσό, ενώ παλιότερά τους πρόσφερε μελομακάρονα ή κουραμπιέδες. Κάλαντα λέγονται την παραμονή των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή.

Το έθιμο της βασιλόπιτας υπάρχει σε όλο τον ελληνικό χώρο. Το μοίρασμα της πίτας γίνεται για το καλό της χρονιάς, για την καλή τύχη του σπιτιού και για την ευλογία του Αγίου Βασιλείου. Μια λόγιας προέλευσης παράδοση αναφέρει ότι, όταν ο Άγιος Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε να εισπράξει φόρους. Οι φοβισμένοι κάτοικοι ακολουθώντας την προτροπή του Αγίου μάζεψαν ό,τι πολύτιμο είχαν και βγήκαν με τον δεσπότη τους να προϋπαντήσουν τον έπαρχο. Ο Άγιος Βασίλειος με την πειθώ του και την εμφάνισή του έπεισε τον έπαρχο να μην πάρει τα τιμαλφή των κατοίκων. Έτσι ανέκυψε το πρόβλημα της επιστροφής των δώρων στους ιδιοκτήτες τους. Ο Άγιος σκέφτηκε και προέτρεψε τους κατοίκους να παρασκευάσουν μικρές πίτες και έβαλε μέσα σε κάθε μια ένα αντικείμενο. Με θαυματουργό τρόπο καθένας πήρε ό,τι είχε προσφέρει. Από τότε στη γιορτή του Αγίου φτιάχνουμε πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα. Η παράδοση αυτή αγαπήθηκε πολύ από τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας όπου ο Άγιος ήταν ιδιαίτερα οικείος.
Η βασιλόπιτα (κουλούρα) παρασκευαζόταν παραδοσιακά όπως και σήμερα σε όλη την Ελλάδα. Είτε έφτιαχναν χωριστά τη μαντική πίτα από τον εορταστικό άρτο είτε τα συνδύαζαν.

Ο πρώτος που θα μπει το πρωί στο σπίτι μας, μας κάνει ποδαρικό. «Το πιο σπουδαίο ποδαρικό είναι την Πρωτοχρονιά και την πρώτη του Σεπτέμβρη αλλά και στην αρχή του μήνα, της εβδομάδας και της μέρας. Οι καλορίζικοι ή καλόμοιροι, συνήθως τα μικρά παιδιά, προσκαλούνται να μπουν πρώτοι το πρωί της αρχιχρονιάς, την 1η Ιανουαρίου και την Πρωτοχρονιά της 1ης Σεπτεμβρίου, καθώς «είναι καλοπόαροι» ή έχουν «καλόν πουαρικόν» και έτσι η οικογένεια απαλλάσσεται από κάθε ασθένεια και κακό, «δεν την πιάν’ αρρώστια».

H οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία για τη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και ο νοικοκύρης κουβαλά μαζί του ένα ρόδι για να το «λειτουργήσει». Κατά την επιστροφή στο σπίτι, ο νοικοκύρης πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά». Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Στη Μάνη, οι οικογένειες ψήνουν στον φούρνο του σπιτιού τα χριστόψωμα, τα οποία κόβει ο οικοδεσπότης ανήμερα τα Χριστούγεννα, αφού πρώτα ευχηθεί χρόνια πολλά. Επίσης, σε πολλά σπίτια ζυμώνουν και τηγανίζουν τα μανιάτικα λαλάγια. Μάλιστα, η πρώτη τηγανίδα είναι πάντα μεγάλη, έχει ένα σταυρό και είναι του Χριστού.

Τα «καρκατζόλια» στα χωριά της Έξω Μάνης

«Τις λιγοστές ώρες που μέναμε το βράδυ στο μαγερειό, κοντά στην αναμμένη φωτογονία, πνιγμένοι στον καπνό, ακούγαμε τις κυράδες μας, να μας λένε για τα καρκατζόλια (καλλικαντζάρους), που ήταν λέει κάτι μαγαρισμένα δαιμονικά. Όλο το χρόνο ζούσαν κάτω από τη Γη και προσπαθούσαν να κόψουν το τεράστιο δέντρο που την κράταγε με όλες τις πολιτείες και τα Χωριά της. Ήθελαν να την δουν να γκρεμίζεται στο χάος και να γελάνε. Παραμονές όμως Χριστουγέννων άφηναν το κόψιμο του δέντρου και ανέβαιναν πάνω στη Γη, για να πειράξουν τους ανθρώπους, γιορτές μέρες που έρχονταν, μαγαρίζοντας τα φαγητά και τα γλυκά τους. Έμεναν μέχρι την Πρωτάγιαση, που αγιάζονταν τα νερά. Τότε έλεγαν γεμάτα τρόμο: "Φύγετε να φύγουμε, γιατί έρχετ' ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του", και έφευγαν. Στο μεταξύ το μισοκομμένο δέντρο είχε θρέψει, και οι κουτούτσικοι καλλικάντζαροι πολέμαγαν πάλι από την αρχή και πάλι το άφηναν μισοκομμένο τα ερχόμενα Χριστούγεννα. Έτσι η γη έμενε και θα μένει στη θέση της.»
(Από το περιοδικό «Μάνη, χθες, σήμερα, αύριο»)

Τα «Τσιλικρωτά» στη Δυτική Μάνη

Και στη Μάνη ακούγονται δοξασίες για τα δαιμονικά και άλλα υπερφυσικά όντα, που βγαίνουν τα δωδεκαήμερα από του Χριστού ως τα Φώτα. Πρόκειται για τους Καλικάντζαρους. Πολλοί λαογράφοι υποστηρίζουν πως είναι οι Καλικάντζαροι απόγονοι του τραγοπόδη θεού Πάνα ή των Σατύρων, που πηδήσανε από την μυθολογία στη χριστιανική ζωή. Ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικ. Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του αναφέρεται σε Λυκοκατζαραίους, Σκαλικαντζέρια, Καρκαντζέλια, Κωλοβελώνηδες, Πλανηταρούδια, Κάηδες, Παγανά. Στην περιοχή της Αντρούβιτσας (Δ. Μάνη) ονομάζουν τους Καλικάντζαρους Τσιλικρωτά. Τους Καλικάντζαρους που μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γιατί τους προσελκύει η μυρωδιά του λαδιού από τις τηγανίδες, ο λαός τους έχει πλάσει ψηλούς, μαυριδερούς, ισχνούς, άσχημους με κόκκινα άγρια μάτια και τριχωτό όλο το σώμα.
Θεωρούνται «μαγαρισμένοι» και σιχαμεροί, κάνουν ζημιές όπως: Σβήνουν τη φωτιά, μαγαρίζουν τα εδέσματα, παρενοχλούν τους ανθρώπους, κυρίως τα παιδιά και τις γριές και χοροπηδάνε στους δρόμους. Τρώνε βατράχους, χελώνες, φίδια, σκουλήκια κ.ά. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εξολοθρεύσουν τις βλαπτικές τους ενέργειες με εξορκισμούς ή προσφορά γλυκισμάτων, τηγανίδων κ.τ.λ. Ο μεγάλος τους φόβος είναι ο αγιασμός.

Στο Θεόκτιστο της Αρκαδίας αναβιώνει τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων το έθιμο του παστού και της τσιγαρίδας. Συγκεκριμένα κάτοικοι και επισκέπτες συγκεντρώνονται όλοι μαζί και τρώνε παρέα, χορεύουν και τραγουδούν.

Στα χωριά των Καλαβρύτων οι νοικοκυρές ετοιμάζουν με ιδιαίτερη επιμέλεια τα χριστόψωμα, τα οποία διαφέρουν από το ψωμί που παρασκευάζουν τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου. Τα χριστόψωμα είναι λευκά και αφράτα, περιέχουν σουσάμι και καρύδια, ενώ στο επάνω μέρος είναι σχηματισμένος ο σταυρός.

Στη Μεσσηνία, και όχι μόνο, ένα από τα έθιμα είναι το σπάσιμο του ροδιού την Πρωτοχρονιά μετά την επιστροφή από την εκκλησία. Ο νοικοκύρης μπαίνει πρώτος στο σπίτι με το ρόδι στο χέρι και αφού το σπάσει, ρίχνοντάς το κάτω, κάνει ευχές.

Επίσης, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, όταν τα μέλη της οικογένειας βγαίνουν από το σπίτι, πατούν πάνω σε μία μεγάλη πέτρα, την οποία έχει τοποθετήσει στο κατώφλι η νοικοκυρά από την παραμονή.

Στην Κορινθία, ένα από τα έθιμα είναι αυτό της ψυχοκόρης. Συγκεκριμένα ανήμερα την Πρωτοχρονιά, όταν η οικογένεια επιστρέφει από την εκκλησία, η έφηβη κόρη τούς υποδέχεται, κρατώντας ένα μεγάλο πιάτο με γλυκά και τα προσφέρει.

Στην Ερμιόνη της Αργολίδας, οι νέοι τηρούν την παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων το έθιμο του «Γιάλα-Γιάλα». Ειδικότερα, την παραμονή της εορτής στολίζουν με φύλλα φοίνικα τις βάρκες από όπου θα βουτήξουν στη θάλασσα για να πιάσουν το Σταυρό. Ανήμερα των Θεοφανείων, έχοντας φορέσει παραδοσιακές ναυτικές στολές, περνούν από τα σπίτια και δέχονται κεράσματα και ευχές, τραγουδώντας το «Γιάλα-Γιάλα», έως την ώρα που θα πέσουν στη θάλασσα για να πιάσουν τον Σταυρό.

Σε χωριά της Αρκαδίας, κάτοικοι τοποθετούν σε κρήνες, ανήμερα την Πρωτοχρονιά, διάφορα φαγητά για τις Μοίρες. Εάν τη επόμενη ημέρα δεν τα βρουν, σημαίνει για αυτούς ότι η νέα χρονιά θα είναι καλή, ενώ εάν είναι στη θέση τους, τότε πιστεύουν θα συμβεί το αντίθετο.

Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς έβρισκε πρωί-πρωί τους κατοίκους της Αλευρούς στη Λακωνία να ασχολούνται με τις συνηθισμένες τους δουλειές. Έπρεπε να συγυρίσουν, να μαγειρέψουν, να φροντίσουν τα ζώα τους και αν ο καιρός το επέτρεπε πήγαιναν από νωρίς στα κτήματά τους για να μαζέψουν ελιές. Το απόγευμα όμως φρόντιζαν να έχουν επιστρέψει όλοι στα σπίτια τους και περίμεναν πότε θα περάσουν τα παιδιά (συνήθως μόνο αγόρια) για να τους ψάλουν τα κάλαντα. Τα υποδέχονταν με μεγάλη χαρά και αν δεν είχαν χρήματα να τους προσφέρουν, τα φίλευαν με διάφορες λιχουδιές όπως ξερά σύκα, καρύδια ή κουραμπιέδες. Το βράδυ της παραμονής οι νοικοκυρές έψηναν στο τζάκι, μέσα στην χόβολη, μία μεγάλη κουλούρα ζυμωμένη με νερό και αλεύρι, την οποία μετά το ψήσιμο την άλειφαν με μέλι και την πασπάλιζαν με τριμμένα καρύδια. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, αφού επέστρεφαν από την εκκλησία, κρέμαγαν την κουλούρα στο κέρατο του βοδιού τους και περίμεναν πότε αυτό θα την τινάξει από το κεφάλι του. Αν μετά το τίναγμα η κουλούρα έπεφτε στο πάτωμα με την όψη προς τα επάνω, έλεγαν ότι η σοδειά της νέας χρονιάς θα ήταν καλή. Το μεσημέρι συνήθιζαν να τρώνε το παραδοσιακό φαγητό της πρωτοχρονιάς, πού ήταν κοτόσουπα αυγολέμονο και μάλιστα από κότα μιας… κάποιας ηλικίας ώστε να βγάλει και αρκετό ζωμό. Για να γλυκάνουν δε τον νέο χρόνο και όλη την οικογένεια, έφτιαχναν λαλαγγίδες (τηγανίτες).



Πηγή:

eleftheriaonline.gr

lakonikos.gr

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά Χριστός Ανέστη!! Χρόνια Πολλά!! Ο Πρόεδρος και τα μέλη του ΔΣ του συλλόγου μας, σας εύχονται το Αναστάσιμο Φ...