Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 2o : Τα χωριά και ο κοινωνικός βίος των Ιμβρίων και προυξενιά

  Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 2o : Τα χωριά και ο κοινωνικός βίος των Ιμβρίων και προυξενιά




Τα 7 Ελληνικά χωριά της ΊΜΒΡΟΥ έτσι όπως τα βλέπουμε και στο χάρτη είναι:


-Γλυκύ

-Κάστρο

-Ευλάμπιο

-Παναγία

-Άγιοι Θεόδωροι

-Αγρίδια

-Σχοινούδι


Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΙΜΒΡΙΩΝ

Η ζωή στην Ίμβρο, ένα αμιγώς ελληνικό νησί στο βορειανατολικό Αιγαίο, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη φύση και τη θρησκεία. Ο κύκλος των εποχών εμπλουτισμένος με το ετήσιο εορτολόγιο, διανθιζόταν από ήθη, παραδόσεις, δραστηριότητες και έθιμα άμεσα συνδεδεμένα με τον τόπο και τη μακραίωνη ιστορία του, αλλά και με τις τρέχουσες ανάγκες των ανθρώπων για επιβίωση, επικοινωνία, έκφραση και ψυχαγωγία, στο πλαίσιο πάντα του προστατευτικού ιστού της

κοινότητας. Η ποικιλία και η ευρηματικότητά τους είναι αξιοθαύμαστη, όπως και ο πλούτος τους σε πληροφορίες για την καθημερινή ζωή, την οικιακή οικονομία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε χωριού. Χάρη σε μερικούς φωτισμένους και ιδιαίτερα προικισμένους ανθρώπους, όπως οι ιεράρχες και Διδάσκαλοι του Γένους Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός ο Ίμβριος (1772-1851), Νικηφόρος Γλυκάς ο Ίμβριος (1819-1896) και Μελίτων Χατζής (1913-1989), ο καθηγητής γλωσσολογίας Νικόλαος Ανδριώτης (1906-

1976), οι δάσκαλοι Αλέξανδρος Ζαφειριάδης (1888-1956) και Κώστας Ξεινός (1913-1987), ο ζωγράφος Νίκος Παλαιόπουλος (1908-2010) και άλλοι, διασώθηκαν ενδιαφέρουσες όψεις και εκφράσεις της πολιτισμικής ταυτότητας του νησιού και των ανθρώπων του. Σε αυτές συγκαταλέγονται η λαϊκή αρχιτεκτονική, οι τοπικές ενδυμασίες, το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, οι μύθοι και θρύλοι, οι παραδόσεις, παροιμίες, προλήψεις και δοξασίες, τα παραμύθια, γνωμικά και αινίγματα, οι εκδοτικές δραστηριότητες, τα έθιμα της γέννησης, του γάμου και του θανάτου, τα εορταστικά ήθη και έθιμα, η μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί, τα παιδικά παιχνίδια, οι λαϊκές τέχνες και τα παραδοσιακά επαγγέλματα, κ.ά..


Α) Προυξενιά

Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ο νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα που θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους της νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος της κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δύο νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα. Τόσο στη μία, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο που μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιν’τής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα που συνηθίζεται πιο πολύ. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες. Αφού ο προξενητής συζητήσει με τους ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια της κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα της προξενιάς και κατόπιν— ο προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση. Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, η προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό. 

Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιονδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής: «Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κιφάλ’ μας σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θα σας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μία δύο μέρες ο προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δεν ήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική). Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ο προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ πιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου προυξιν’τή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί που τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τους αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τέντζερη κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»). Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), που κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: (π.χ.) «η Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα».

 Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο: Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’. Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», που λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις. Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μια κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό η κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα που παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά του γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) της πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μια κοπέλα στην περίπτωση που θα αποτύχει η πρόταση γάμου προς ένα νέο. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ο νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό που να ψυχραθούν. 

Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση που θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στεναχωρηθεί ούτε ο ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», που σημαίνει: (Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο). Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο. Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», που σημαίνει: (Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο). Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη της πρότασης. Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα». Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μια για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση που τους έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, που είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στη μέση και να χαλάσει την προξενιά. 

Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ο πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα μέρη της πατρίδας μας. Από την ώρα που οι δυο πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος. Αν, λοιπόν, ο προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τους γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν το στέλνει η οικογένεια της κοπέλας που διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ο προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τους επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση. Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι «του ζ’μπιθιρουλόϊ»_-συνήθως στο σπίτι της κοπέλας - και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς της κοπέλας στους μελλονύμφους. 

Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, που έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως η μάνα — μιας κοπέλας, που μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.

Η κατάλληλη για γάμο ηλικία…

Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια. Οι κοπέλες σε σύγκριση με τους άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια. Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα που το διακρίνει αποτρέπει τους νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο: «Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα». (Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση της ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτερές μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. 

 Δώρα στον προξενητή

Αν ο προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται η πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της. Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο. Τα δώρα και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ο προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι που να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα). 


Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 1ο : Ιστορία και το τώρα

 Ίμβρος αφιέρωμα μέρος 1ο : Ιστορία και το τώρα



ΙΜΒΡΟΣ ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Ίμβρο, γλυκιά πατρίδα μου

κι αν βρίσκομαι στα ξένα,

ούτε στιγμή δε σε ξεχνώ

κι όλο μιλώ για σένα.

Πατρίδα μου, όποιος το πει

τελείως πως σε χάσαμε,

του απαντώ:

‘Θα γίνει αυτό όταν θα σε ξεχάσουμε’.

Κι αφού δεν πρόκειται ποτέ

να βγεις απ’ την καρδιά μας,

γι’ αυτό πατρίδα μου γλυκιά

θα ‘σαι πάντα δικιά μας.

Ίμβρο μου, μην πικραίνεσαι

για ‘κείνα τα παιδιά σου,

που η τύχη τους το έφερε

να είναι μακριά σου.

Γιατί αυτά ελπίζουνε,

πως θα ‘ρθει εκείνη η μέρα,

που θ’ ανοίξουν οι αγκάλες σου

να ‘ρθουν πάλι σε σένα.

4

Στην ξενιτιά που βρίσκονται

παντού απ’ άκρη σ’ άκρη

και το ψωμί που βγάζουνε

ζυμώνεται με δάκρυ.

Μα το δικό σου το ψωμί

πατρίδα αγαπημένη,

ας είν’ μικρό, ας είν’ ξερό,

είναι γλυκό σαν μέλι.

Γιατί σε σε(να) ζυμώνεται

με ιδρώτα τιμημένο,

ιδρώτα φτωχού μα τίμιου

κι είναι ευλογημένο.

Α.Κ.

 

Λίγα λόγια σχετικά με την ΊΜΒΡΟ

Η Ίμβρος είναι νησί των Θρακικών Σποράδων στο Βόρειο Αιγαίο, βρίσκεται στην είσοδο του Ελλησπόντου, κοντά στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Το 1922 αριθμούσε περίπου 12.000 κατοίκους, όλοι τους Έλληνες. Σήμερα γεωγραφικά ανήκει στην Τουρκία και κυριαρχείται απ’ αυτή με ένα ειδικό καθεστώς, που προέβλεπε τοπική αυτοδιοίκηση και ειδική μεταχείριση του πληθυσμού, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923). Η στρατηγικής σημασίας θέση του νησιού, εντοπίζεται έξω από τα στενά των Δαρδανελίων, που αποτελούν τη μοναδική θαλάσσια δίοδο επικοινωνίας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Τελικά οι ντόπιοι κάτοικοι αναγκάστηκαν να ‘πληρώσουν’ την καίρια αυτή θέση τους και να ακολουθήσουν την ιστορική τους μοίρα.

Τα απομεινάρια νεολιθικών οικισμών στην Ίμβρο μαρτυρούν ότι το νησί κατοικείται από τα βάθη των αιώνων. Μέχρι και τα τέλη του 6ου αιώνα π. Χ. κατοικούνταν από Προέλληνες. Το όνομά της το πήρε από τον Καρικό θεό της γονιμότητας Ίμβραμο ή Ίμβρασο. Ο Όμηρος μας πληροφορεί ότι σε αυτή τη νευραλγικής σημασίας γωνιά του Αιγαίου, ανάμεσα στην Τένεδο και την Ίμβρο, είχε τους στάβλους των αλόγων του ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας. Αλλά και η θεά Θέτιδα, μητέρα του ηρωικού Αχιλλέα, είχε τα παλάτια της στο βυθό ανάμεσα στην Ίμβρο και τη Σαμοθράκη.

Η αρχαία ιστορία του νησιού είναι στενά συνδεδεμένη με εκείνη της Λήμνου. Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Πελασγοί, που μετοίκησαν από την Αττική. Η Ίμβρος αποτελούσε «Δήμο Αθηναίων ο εν Ίμβρω». Οι Αθηναίοι είχαν αντιληφθεί τη μοναδικής σημασίας γεωγραφική θέση του νησιού και το οργάνωσαν σύμφωνα με τα πρότυπα της Αθήνας.

Αργότερα, γνώρισε το ζυγό πολλών κατακτητών, από τους Πέρσες και τους Ρωμαίους μέχρι τους και τον πολιτισμό τους. Πάνω στα απομεινάρια των αρχαίων ναών με τις μαρμαροκολόνες και τις στήλες βλέπουμε να είναι κτισμένες εκκλησίες και ξωκλήσια.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, η Ίμβρος κατακυρώθηκε στους Βενετούς μέχρι το 1262, όπου περιήλθε πάλι στη Βυζαντινή κυριαρχία, που της εξασφάλισε για μεγάλη περίοδο ήρεμο βίο.

Το 1455, ο Μωάμεθ Β’ αποφάσισε την ένταξη των νησιών Ίμβρου, Θάσου και Σαμοθράκης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο τουρκικός στόλος έλαβε την εντολή να καταλάβει τα νησιά και να εγκαταστήσει σ’ αυτά τουρκική φρουρά.

Έτσι, μετά τη σύντομη εγκατάσταση των Λατίνων, που κατασφάχτηκαν και αποκεφαλίστηκαν από τους Τούρκους, η νήσος Ίμβρος περιήλθε πλέον οριστικά στην τουρκική κυριαρχία, το 1471.

Το νησί απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (18 Οκτωβρίου 1912) και με τη Συνθήκη των Σεβρών (1920), επικυρώθηκε η ένωση τους με την Ελλάδα. Τρία χρόνια αργότερα με τη Συνθήκη της Λωζάννης (23 Ιουλίου 1923), τα δύο νησιά Ίμβρος και Τένεδος ήταν τα μοναδικά νησιά στο Αιγαίο που παραχωρούνταν στην Τουρκία και εξαιρούνταν από την ανταλλαγή των πληθυσμών. Σύμφωνα με τη Συνθήκη, η Τουρκία αναγκαζόταν να επιτρέψει την ίδρυση ‘του ειδικού καθεστώτος αυτοδιοίκησης’ σ’ αυτά τα νησιά. Επίσης, διασφαλιζόταν για τους Έλληνες κατοίκους της Ίμβρου και της Τενέδου, η προστασία ζωής και της περιουσίας τους και η θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν ποτέ και στην Ίμβρο άρχισε βαθμιαία να δημιουργείται αφόρητη κατάσταση, που επιδεινώθηκε μετά τα ανθελληνικά γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, το 1955. Επιδιώχθηκε συστηματικά ο αφελληνισμός του νησιού, τα δικαιώματα των Ελλήνων κατοίκων περιορίστηκαν και οι ελάχιστοι Τούρκοι κάτοικοί του πολλαπλασιάστηκαν. Και όντως… Οι Τούρκοι επιφύλαξαν για τους Έλληνες των δύο αυτών νησιών, μια πολύ «ειδική» μεταχείριση, έτσι ώστε σήμερα, να έχουν απομείνει εκεί περί τους 200 ηλικιωμένους Έλληνες, ενώ ο συνολικός πληθυσμός που είναι περίπου 7.000 «τονώθηκε» με Τούρκους και Κούρδους έποικους. Η αναλογία, πριν το 1964, ήταν περίπου 6.100 Έλληνες και 200 Τούρκοι. (Γρηγόρης Τσαμουρλίδης, άρθρο: Ίμβρος: ένα νησί με δική του ιστορία)

Η Ίμβρος (παλαιότερη τουρκική ονομασία: İmroz, σήμερα στα Τουρκικά: Gökçeada (Gökçe= ουράνιο, ada= νησί, μεταφρασμένα από την Τουρκική, δηλαδή το Gökçeada μπορεί να μεταφραστεί στα Ελληνικά ως ουράνιο νησί ή το ουρανί νησί), είναι το μεγαλύτερο νησί της Τουρκίας και ανήκει στην νομαρχία του Τσανάκκαλε. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία, η μελισσοκομική, καλλιέργεια σιτηρών/ελαιοδέντρων, η αλιεία και ο τουρισμός. Το νησί φημίζεται επίσης για τα αμπέλια του και το εκλεκτό κρασί του.

Η Ίμβρος, από γεωγραφική άποψη, είναι ένα νησί με έκταση 285,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα και βρίσκεται 13 μίλια βορειανατολικά της Λήμνου και 15 νοτιανατολικά της Σαμοθράκης. Είναι καλυμμένη από χαμηλά βουνά (η υψηλότερη κορυφή της, ο Προφήτης Ηλίας, έχει ύψος 600 μέτρα) και μικρές κοιλάδες με άφθονα τρεχούμενα νερά. Αν και νησί, οι οικισμοί της εμφανίζουν πολλά

κοινά χαρακτηριστικά με τους γεωργοκτηνοτροφικούς οικισμούς των ορεινών περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης: τα κτίσματα, είναι κατά κανόνα μικρά και λιτά, με διάσπαρτους βοηθητικούς χώρους (αποθήκες, στάβλοι, φούρνοι, κ.ά.), ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες μιας αυτοσυντηρούμενης οικιακής οικονομίας, χωρίς να προκαλούν τους αλλεπάλληλους, κατά τη μακραίωνη ιστορία της, κατακτητές. Κατασκευασμένα από πέτρα, λάσπη, ξύλο και κεραμίδι, έχουν σοφά αξιοποιήσει τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναδεικνύοντας λειτουργικά στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του βορειανατολικού Αιγαίου.

Οι δρόμοι στην Ίμβρο είναι λιθόστρωτοι (καλντερίμια), ενώ παραδοσιακά σημεία αναφοράς και κέντρα επικοινωνίας σε κάθε οικισμό είναι η εκκλησία, το σχολείο, οι απλές βρύσες, οι βρύσες-πλυσταριά με τις πέτρινες γούρνες και το τζάκι για το απαραίτητο ζέσταμα του νερού και η πλατεία με τα καφενεία και τα μαγαζιά. Σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή και στην οικονομία του νησιού έπαιζαν τα «ντάμια», οι βοηθητικές εξοχικές αγροικίες, μονώροφες ή διώροφες, που κάθε οικογένεια συντηρούσε στις διάφορες «ξωμεριές» (εξοχές) του νησιού. (www.imvrosisland.org – γεωγραφικά στοιχεία)

Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Το επίσημο τουρκικό κράτος με την πίεση τόσο των Διεθνών οργανισμών και ιδιαίτερα της Ε.Ε., όσο και με την κατακραυγή και τις επικρίσεις που δέχεται για την εκάστοτε πολιτική του από τους σύγχρονους Τούρκους, αναθεωρεί πολλές απ’ τις παλιές του αποφάσεις. Επέτρεψε τη λειτουργία Δημοτικού Σχολείου, επιστρέφει περιουσίες που είχαν δημευτεί, διευκολύνει τους Ίμβριους στην απόκτηση τουρκικής υπηκοότητας, προκειμένου να μπορέσουν να κληρονομήσουν την περιουσία των γονέων τους, ανακαινίζει εκκλησίες και κάνει γενικώς ενέργειες που δίνουν ελπίδες στους Ιμβρίους. Από την άλλη μεριά, μέσα απ’ τον τουρισμό μία μερίδα πλούσιων και μορφωμένων Τούρκων έχουν γνωρίσει τον πολιτισμό του νησιού, αγοράζουν και ανακαινίζουν εξοχικές κατοικίες, αναγνωρίζουν και επικρίνουν τις αδικίες που έγιναν στους ντόπιους κατοίκους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξαναβρεί και να διατηρήσει το νησί το παλιό καθαρό φυσικό του περιβάλλον, την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του και να αναβιώνει τα ήθη και έθιμα του.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

Ιούλιος (Ο Αλωνάρης – ήθη/έθιμα γιορτές και μύθοι)

 Ιούλιος (Ο Αλωνάρης – ήθη/έθιμα γιορτές και μύθοι)

 

 


 

‘’Αλωνάρη με τ' αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια’’.

 

Τραγούδια στα αλωνίσματα δεν ακούγονταν. Κυριαρχούσαν οι φωνές των αλωνιστάδων προς τα ζώα τους. Στο λίχνισμα πάλι, ο άνεμος ήταν το κύριο μέλημα και οι σβέλτες κινήσεις των λιχνιστάδων δεν σήκωναν τραγούδι. Έπειτα η αχυροπάσπαλη κι ο κουρνιαχτός από τα φροκαλίσματα έκλειναν το στόμα.

Έχουμε όμως τραγούδια παλιά με γραφικές σκηνές αλωνίσματος, που μπορούσαν να τραγουδούν στις μετέπειτα ώρες της ξεκούρασης.

 

Εγώ περνάω κι αντιπερνάω στης Μαυρουδής τ’αλώνι,

όπου αλωνίζουν δώδεκα κι όπου συμπάζουν δέκα,

κι η Μάρω με τη μάνα της τριγύρω λαγανίζει.

Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει:

-Φεύγα Μαριώ απ’τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο.

-Μάνα τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω

τον γιο του πρωτολιχνιστή, άντρα θε να τον πάρω.

-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.

-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.

-Γυρεύει βόδια του ζυγού, φοράδα της καβάλλας,

γυρεύει κι ανεμόπαχτο να τρώει η φοράδα μέσα,

γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα

κι αλώνια καλοπέτρινα και μαρμαροστρωμένα.

-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.

Το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι έχει διάφορες κατά τόπους ονομασίες: τζιτζιροκούλικο, μπουγάτσα.

Απ’αυτό το πρώτο ζυμάρι ζύμωναν και μία κουλούρα που την κρεμούσαν στη βρύση για να τρέξουν τα καλά, όπως το νερό. Όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό από τη βρύση, έπαιρνε και την κουλούρα.

Η απειλή όμως από τους κινδύνους (φωτιά, βροχή, χαλάζι) ήταν μεγάλη για τα χωράφια και γι’αυτό οι γεωργοί επιζητώντας τη θεϊκή προστασία τιμούσαν με αργία τους αγίους που εορτάζουν τότε. Την Παναγία των Βλαχερνών (2), που προσονομάζεται απ’την τιμωρία όσων δεν τηρούσαν την αργία της Καψοδεματούσα, Καψοχεροβολού, Καψαλωνού, Βουλιάχτρα. Την αγία Κυριακή (7), την αγία Μαρίνα (17).

Ο Ιούλιος ήταν επικίνδυνος μήνας και για τους ανθρώπους κι έτσι οι ιαματικοί του άγιοι τιμούνταν με μεγάλοι ευλάβεια. Οι άγιοι Ανάργυροι (1), η αγία Παρασκευή (26), ο άγιος Παντελεήμονας (27).

«Κουτσοί, στραβοί όλοι στον άγιο Παντελεήμονα.»

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γιορτή του προφήτη Ηλία (20), ο οποίος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων.

Τα εκκλησάκια του βρίσκονται συνήθως πάνω σε υψώματα και βουνοκορφές. Σύμφωνα με την παράδοση που έχει τις ρίζες της στον εξιλασμό του Οδυσσέα (λ 120-136), ο Αη-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. Μετά τα τόσα ταξίδια, πήρε το κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά. Όπου περνούσε, ρωτούσε τους ανθρώπους που συναντούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσοι του απαντούσαν «κουπί», ξεκίναγε για αλλού. Προχώρησε, προχώρησε κι ύστερα βρέθηκε στα βουνά. Έπεσε πάνω σε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι».

Ο Αη-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Χρόνια Πολλά δάσκαλε

 

Χρόνια Πολλά δάσκαλε

 


Ο αγαπημένος μας δάσκαλος γιόρταζε των Αγίων Πάντων. Καθυστέρησε λίγο το αφιέρωμα για την γιορτή του αλλά ετοιμάστηκε.

 

Λίγες ευχές από διάφορα μέλη των Μνημών Παράδοσης Νέας Ιωνίας

 

Να έχεις ό,τι επιθυμείς με υγεία και επιτυχία σε κάθε τομέα. Ιωάννα

Υγιής, δημιουργικός με χαμόγελα και αισιοδοξία. Φώτης

Με υγεία, αγάπη και θετική διάθεση πάντα να δημιουργείς και να υλοποιείς τους στόχους σου. Μαρίνα

Χρόνια πολλά δάσκαλε, χρόνια όμορφα και ευτυχισμένα με τύχη και δημιουργικότητα. Άννα

Να είσαι πάντα γερός και δυνατός εκεί μπροστά στον κύκλο να μας διδάσκεις. Αναστασία

Χρόνια καλά, χαρούμενα, ευτυχισμένα γεμάτα με όμορφες στιγμές. Άννα Μαρία

Χρόνια πολλά καλά και δημιουργικά, επαγγελματικές επιτυχίες και οικογενειακή ομόνοια. Χρήστος




Σαν έφτασα στον σταθμό

Άκουσα ήχο δυνατό

Έκανες Μ Ασία

Ξανά με πάθος και μανία

 

Με το συρτό ξεκίνησες

Μετά κάνεις κουτάλια

Βήματα μάθαμε πολλά

Τσαλίμια και κολπάκια

 

Απ’ τα κουτάλια ρυθμικά

Ακούγονται οι ήχοι

Και πάλι εσύ ρε δάσκαλε

Ανέβαζες τον πήχυ

 

Τη γνώση στην παράδοση

Θες να μας μεταδώσεις

Και φέτος στην παράσταση

Να μας απογειώσεις

 

Νατάσα

 




Εύχομαι να πραγματοποιήσεις όλους τους στόχους σου και τα όνειρά σου. Γιάννα

Υγεία και ευτυχία σε σένα και την οικογένειά σου δάσκαλε. Ιουλία

Χρόνια πολλά δάσκαλε. Ανδρέας

Χρόνια σου πολλά!! Με υγεία, τύχη και πολλά χαμόγελα. Ευτυχία

Σου εύχομαι από καρδιάς κάθε σου επιθυμία, κάθε σου όνειρο να γίνει πραγματικότητα. Αννούλα

Δάσκαλε χρόνια σου πολλά να χαίρεσαι την οικογένειά σου. Στέλιος

Χρόνια πολλά δάσκαλε, υγεία, αγάπη και δημιουργία. Νίκη

Δάσκαλε εύχομαι να έχεις υγεία, όλα τα άλλα νέος είσαι θα τα αποκτήσεις με αγάπη. Δημήτρης




Δάσκαλέ μας χρόνια πολλά, ευχισμένα και δημιουργικά. Να είσαι πάντα γερός και να έχεις ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπάνε. Βασιλική

Εγώ και η Ειρήνη σου ευχόμαστε μέσα από την καρδιά μας να κερδίσεις το λόττο, να βρεις μια Maserati στο γκαράζ σου να πας διακοπές στα Bora Bora και το Σεπτέμβρη 2.000 μέλη στις Μνήμες. Κώστας -  Ειρήνη

 

Με λίγα λόγια δάσκαλε ... Πολύχρονος Σε ΑΓΑΠΑΜΕ.  

 

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

Ο Ιούλιος στην ελληνική παράδοση

  

Ο Ιούλιος στην ελληνική παράδοση


Ο έβδομος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, δημιουργό του Ιουλιανού Ημερολογίου.

Αρχικά ήταν ο πέμπτος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου, εξού και η ονομασία του Quintilis (Πέμπτος). Με την προσθήκη των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου από τον Νουμά Πομπίλιο, έγινε ο έβδομος μήνας του Ρωμαϊκού Ημερολογίου. Ιούλιος ονομάσθηκε με πρόταση του Μάρκου Αντωνίου, που αποδέχθηκε η Ρωμαϊκή Σύγκλητος μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

ΑλωνάρηςΑλωνάρης, Αλωνιστής, Αλωνητής, Αλωνητής, Αλωνιάτης και Αλωνεύτης, διότι την εποχή αυτή γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών.

Οσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής.

Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ’ αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι’ αυτό το σκοπό.

Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να ‘σαι καλά, Φχαριστούμε».

Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ’ ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.

«Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ’ αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν.

Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».

Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ’ το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ’», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.

Το αλώνισμα ωστόσο, είναι το βασικό περιεχόμενο και η εμπειρία του μήνα Ιούλη αλλά και οι κίνδυνοι που απειλούν αυτή την εποχή την νέα σοδειά που βρίσκεται πι στο τελευταίο στάδιο της επεξεργασίας της. Μετά το αλώνισμα και το λίχνισμα το σιτάρι είναι πλέον έτοιμο να μετρηθεί και να μπει στις αποθήκες και αποτελεί για κάθε γεωργική οικογένεια την ελπίδα της για επιβίωση.

Την εποχή αυτή όπως μας λένε οι χωρικοί της Αρτοτίνας «σμίγουν τα δύο ψωμιά»: το παλιό με το καινούργιο. Είναι δύσκολη εποχή γιατί σώνεται η παλιά σοδειά και ο γεωργός δεν έχει πεντάρα, είναι «πανί με πανί» όπως λένε. Γι αυτό ο σωρός του φρεσκοαλωνισμένου, φρεσκολιχνισμένου σιταριού είναι για τον γεωργό το πιο πολύτιμο πράγμα και πρέπει να το προφυλάξει από κάθε κακό. Κάθε τόπος έχει τα δικά του έθιμα και τις δοξασίες που συνδέονται με το σωρό του σιταριού και το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο σιτάρι. Στην Θράκη το πρώτο ψωμί το κάνουν κουλούρι και το λένε τζιτζιροκούλουρο, γιατί το προσφέρουν στον τζίτζιρα, ο οποίος συνοδεύει με το τραγούδι του τους θεριστάδες και τους αλωνιστάδες.

Το σωρό του σιταριού, συνήθως, τον σταυρώνουν και μπήγουν στη κορφή του ένα φτυάρι. Ύστερα προχωρούνε στο μέτρημα, παίρνοντας τις προφυλάξεις που χρειάζονται με τελετουργικό τρόπο για να μη τους πιάσει το μάτι.

Στα αλώνια ο γεωργός πλήρωνε τα χρέη του σε είδος. Και πρώτα από όλα πλήρωνε το χρέος του στο κράτος – την δεκάτη – όπως έλεγαν παλιά, δηλαδή το 1/10 της σοδειάς του. Έρχονταν ο δεκατιστής (φοροεισπράκτορας) ο οποίος κρατούσε μια μεγάλη ξύλινη σφραγίδα και σφράγιζε. Από ότι έμενε έπρεπε να βγει το αγροφυλακιάτικο (έξοδα για αγροφύλακα), το παπαδικό, το νεροφοριάτικο (υδρονομείς), το αλωνιάτικο και το γυφτιάτικο (έξοδα γι τα σιδερένια εργαλεία). Ότι περίσσευε από τα ξικέματα (προηγούμενες αφαιρέσεις) ο κακόμοιρος το

κοφίνιαζε (αποθήκευε στα κοφίνια). Αν μάλιστα το σιτάρι ήταν σεμπρικό (αν καλλιεργούσε το χωράφι για λογαριασμό άλλου) και έπρεπε να μοιράσει στα δύο, τότε φανταστείτε τι του έμενε.

· Στα ορεινά της πατρίδας μας συναντάται και με την ονομασία Θεριστής, καθώς λόγω των ψυχρού κλίματος ο θερισμός γίνεται τον Ιούλιο.

Στον Πόντο Ιούλιος ή Χορτοθέρτς. Τι έκαναν οι Πόντιοι τον μήνα αυτό:

Στον Πόντο ο Ιούλιος λεγόταν Χορτοθέρτς, γιατί ήταν ο μήνας του θερισμού των χόρτων έτσι έλεγαν:

«Έρθεν και ο Χορτοθέρτς. Έπαρ’ το καγάν’ (δρεπάνι) σο χερ’ τσ’ (χέρι σου)».

Στην Κερασούντα, Κοτύωρα, Τρίπολη, Χαλδία και Σάντα τον έλεγαν ο Χορτοθέρης, ενώ στηνΤραπεζούντα Χορτοθέρ’ς, αλλά και Χορτοθέρης.

Στα Σούρμενα και στη Ματσούκα λεγόταν (Θερ’νός και στην Κρώμνη και με τα δύο ονόματα.

Θερ’νός μας παραδίδει και ο Φαίδων Κουκουλές ότι λεγότανε στον Πόντο, γράφοντας τα εξής: «Πόσον τούτο είναι ακριβές δεικνύει ότι κατά μεν τους βυζαντινούς χρόνους με τον θερισμόν σχετίζεται ο Ιούλιος, ο εν Πόντω Θερ’νός λεγόμενος».

Το όνομα Χορτοθέρης (Ιούλιος) παράγεται από το ουσιαστικό χόρτον και το ρήμα θερίζω. Από το όνομα αυτού του μήνα έχουμε και τα παράγωγα, το επίθετο χορτοθερέσιν, που σημαίνει αυτό που παράγεται κατά το μήνα Ιούλιο επίσης, το χορτοθέριν, που σημαίνει α) τόπος θερισμού, κατάλληλος για θέρισμα και β) τόπος θερισμένος.

Και όπως συνήθως το καθετί στην πατρίδα μας έδινε αφορμή για τραγούδι και για παροιμιώδεις φράσεις, έτσι έγινε και με τους μήνες, από τα ονόματα των οποίων φαίνεται και το ξεχωριστό χαρακτηριστικό του καθενός σχετικά με τις φυσικές του ενέργειες:

«Ο Μάρτ’ς μαραίν’ τα μάραντα, Απρίλτς τα μανουσάκια, ο Χορτοθέρτς τα χορτάρα κι Αύγουστον παλικάρα».

1) Θέρισμα

Ο Ιούλιος λοιπόν ήταν ο μήνας του θερισμού.

Στον Όφη το λέγανε δροπάν’ και στη Νικόπολη δερπάντιν, ένα μικρό δρεπάνι με μακρουλό χέρι.

Πιο σπάνια χρησιμοποιούσαν την κερεντή, ένα μεγάλο δρεπάνι με λαβή, με την οποία θέριζαν όρθιοι και συνήθως τη χρησιμοποιούσαν για χόρτα ή τριφύλλι.

Το θέρισμα, κατά το πλείστον, γινόταν από γυναίκες και νέες κοπέλες, που με πολλή χαρά και με τραγούδια θέριζαν, χωρισμένες σε ομάδες, από το βράδυ. Τα τμήματα που θέριζαν από τη μια άκρη ως την άλλη άκρη του χωραφιού τα λέγανε αμνούς. Όταν ο αμνός άρχιζε με μεγάλο πλάστη συνέχεια στένευε και τελείωνε σε γωνία, λεγόταν ξιφάρ’.

Οι θεριστές και οι θερίστριες κρατούσαν με το δεξί χέρι το δρεπάνι, ενώ με το αριστερό τα στάχυα που κόβανε, ώσπου να συμπληρωθεί ένα χερόβολο. Δύο – τρία χερόβολα έκαναν ένα δεμάτ’ (δεμάτι) κι αυτά τα μάζευαν όλα και σχημάτιζαν τα θεμώνια (θημωνιές).

Καθώς παρατηρούσαν τις κοπέλες να θερίζουν σι Πόντιοι, επαινούσαν την αγαπημένη τους τραγουδώντας:

«Σον Αϊ-Λίαν αφκακέσ’ θερίζ’ τ’ εμόν τ’ αρνόπον

και ντ’ έμορφα και νόστιμα κρατεί το καγανόπον».

Όταν άρχιζε το θέρισμα, έστηναν όρθιο το πρώτο δεμάτι, κι αυτός που το έκανε αυτό ευχόταν καλή αρχή, ενώ οι άλλοι θεριστές απαντούσαν άμποτε και τον χρόνου.

Όταν τελείωνε με το καλό ο θερισμός, κρεμούσαν μπρος στην πόρτα τους το αποθέρ’, δηλ. ένα δεμάτι στάχυα με καρπούς, καλλιτεχνικά δεμένο, ενώ ο ιδιοκτήτης του χωραφιού φιλοδωρούσε τη θερίστρια, που πρώτη έβαζε μπρος στα πόδια του το πρώτο χερόβολο

Ο λαός δεν άφηνε ασχολίαστη κι αυτή την παρουσία του ιδιοκτήτη στο χωράφι την ώρα του θερισμού, κι έτσι έγινε το τραγούδι:

«Θερίστ’ αργάτ’ θερίστ’ αργάτ’, θα σπάζω την κοσσάραν

κι αν ‘κι τελείται το χωράφ’, θα σπάζω την κασκάραν»

2) Αλώνισμα

Οι γυναίκες, όταν τελείωνε το θέρισμα, φορτώνονταν τα δεμάτια, αφού τα έκαναν σαλάκα και τα πήγαιναν στ’ αλώνια, εκεί όπου θα γινόταν το αλώνισμα.

Το αλώνιν, έτσι λεγόταν στην Κερασούντα, Οινόη (Ούνγια), Νικόπολη, Τρίπολη, αλών’ στα Κοτύωρα (Ορντού), Τραπεζούντα, Χαλδία, και αλώνιν ή αλώνι στη Νικόπολη.

Το αλώνι ήταν ένας συμπαγής κυκλικός χώρος που τον γάνωναν, δηλ. άλειφαν με χώμα ή πηλό το έδαφος, το έβρεχαν και μετά πατούσαν καλά την επιφάνειά του με μια πέτρα κυλινδρική, το κυλίντρ’.

Αφού τα ετοίμαζαν όλα, οι γεωργοί έλεγαν, εκρέμ’σα σ’ αλών’, δηλ. άπλωσα τα στάχυα στο αλώνι για αλώνισμα.

Συνήθως το αλώνισμα γινόταν με βόδια, όπως φαίνεται κι από τη φράση τα καλά τα βούδα αγλήγορα κόφ’νε τ’ αλών’.

Στα βόδια περνούσαν το αλωνοζύγονον (Χαλδία), δηλ. τον ειδικό ζυγό για το αλώνισμα, για να σύρουν από πίσω τους τα δουκάνια ή το τυκάν’ (Τραπεζούντα), τουκάνιν (Κερασούντα), τουκάν’(Κοτύωρα), Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία), τοκάν’ (Χαλδία). Η λέξη παράγεται από το τυκάνιον, που προέρχεται από το αρχαίο ουσιαστικό η τυκάνη.

Το τυκάν’ ή τα δουκάνα απαρτιζόταν από δύο παράλληλα χοντρά σανίδια ενωμένα, που έφεραν από την κάτω επιφάνεια σφηνωμένους αιχμηρούς πυριτόλιθους ή κοφτερές σιδερένιες λάμες (βλ. «Λαογραφικά Λαραχανής», σελ. 22), για να χωριστεί ο καρπός από τα στάχυα.

Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε οι χωρικοί αλώνιζαν και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής σε χωριά της Μακεδονίας και αλλού. Για να ενισχύσουν μάλιστα το βάρος επάνω στο τυκάν’, ώστε να γίνει πιο εύκολος ο χωρισμός ου καρπού, τοποθετούσαν επάνω του κάποιο παιδί, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διασκεδαστική για τα παιδιά, ιδίως αν τους έδιναν στο χέρι τοβουκέντρ’ (=ραβδί που κέντριζαν τα βόδια) και τα κερατίδια (= το σχοινί που δένουν στα κέρατα του βοδιού για να το οδηγούν), για να κρατούν τα ζώα. Καθώς οι γεωργοί αλώνιζαν, προέτρεπαν τα ζώα με διάφορα επιφωνήματα, ώσπου να τελειώσουν το αλώνισμα.

Στη συνέχεια γινόταν το βόρισμαν ή ιβόρισμα, ή εβόριγμαν (Ματσούκα) από το ρήμα βορίζω, που παράγεται από το ουσιαστικό βορέας. Περίμεναν δηλαδή να φυσήξει ο αέρας, οπότε και άρχιζαν το λίχνισμα με το αλωνίφταρον, το ειδικό ξύλινο φτυάρι για το αλώνισμα. Σήκωναν δηλαδή το γέννημα ψηλά στον αέρα, για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχυρα και για το σκοπό αυτό είχανε κι άλλο εργαλείο, το δίκρανο με δύο δόντια ή χείλη που το λέγανε λεχμετέρ’ καθώς ιβόριζαν μάλιστα, παρακαλούσαν τον αέρα να φυσήξει, για να τελειώσουν τη δουλειά τους, τάζοντάς του ότι θα του φτιάξουν ψωμάκι.

«Φύσα αέρα, φύσα, θα ευτάμε σε κολοθόπον».

Οι πατέρες μας, θυμόσοφοι όπως ήταν, έλεγαν για κείνους που ανακινούσαν παλιές και ξεχασμένες υποθέσεις ή χρέη παλαιά αχύρα εβορίζ’.

Στη συνέχεια με το αλωνοκόσκινον συνέχιζαν το χώρισμα καρπού από άχυρα. Στο Σταυρί το λέγανε και αχυροκόσκινον ή λωροκόσκινον (=κόσκινο από λεπτές λωρίδες δέρματος σε διατακτική πλέξη).

Μετά έκαναν το τεπούρισμαν με το τεπούρ’, δηλ. ξύλινο μονοκόμματο τον οποίο καθάριζαν τον καρπό από τις πέτρες και τον άγριο βίκο.

Τον καρπό τέλος τον μετρούσαν με το κότ’ ή χοινίκ’ (χοίνιξ), που ήταν μέτρο χωρητικότητας (10-12 οκάδες), και στη συνέχεια έβγαζαν το σπόρο για τη νέα χρονιά, ενώ το υπόλοιπο μέρος το αποθήκευαν στα αμπάρια το και το άχυρο το μετέφεραν σο αχερών’ (στον αχυρώνα τους).

Τα αλώνια, συνήθως, του κάθε χωριού ήταν συγκεντρωμένα σ’ έναν τόπο που τον έλεγαν αλωνοτόπιν (πρβλ. Χαλδία). Ίσως έτσι η δύσκολη δουλειά του αλωνίσματος και ιβορίσματος να γινόταν πιο ευχάριστη, όταν έβλεπαν και γύρω τους άλλους συγχωριανούς τους.)

· Στη Ρόδο τον ονομάζουν και Φουσκομηνά ή Χασκομηνά, επειδή αρχίζουν φουσκώνουν ή να χάσκουν τα σύκα, δηλαδή να ωριμάζουν και να ανοίγουν.

· Στη Νάξο και τη Χίο ο Ιούλιος αναφέρεται και ως Γυαλιστής, επειδή ωριμάζουν τα σταφύλια και γυαλίζει η ρώγα τους.

· Δευτερόλης ή Δευτερογιούλης, επειδή είναι ο δεύτερος μήνας του καλοκαιριού.

· Αηλιάς ή Αηλιάτης, λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου.

Στις 20 Ιουλίου και στον Πόντο γιόρταζαν, όπως και στην άλλη Ελλάδα, τον Αι-Λιά, δηλ. τον Προφήτη Ηλία, μια γιορτή που είχε σχέση με τα στάχυα. Την μέρα της γιορτής αυτής οι γυναίκες, πηγαίνοντας στην εκκλησία, έδεναν στα κεφάλια ή σε άλλα μέρη του σώματός τους, όπου είχα πόνους, στάχυα. Μετά τη Μεγάλη Είσοδο στη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έκοβαν τα στάχυα, πιστεύοντας ότι θα τους κοπεί και ο πόνος.

Η Άλκη Κυριακίδου Νέστορος γράψει σχετικά: «Εδώ το μέσο είναι τα στάχυα. Η χάρη του άγιου μεταδίνεται σ’ αυτά, επειδή οι γυναίκες τα φορούν στη γιορτή του και μέσα στην εκκλησία του. Και τα στάχυα πάλι, με τη σειρά τους, μεταδίνουν τη χάρη του άγιου στις γυναίκες με την άμεση επαφή που έχουν με το σώμα τους. Για να κοπεί τώρα ο πόνος, κόβουν τα στάχυα μιαν ορισμένη στιγμή. Αυτή η πράξη είναι αυτό που λέμε αναλογική μαγεία: όπως κόβω τα στάχυα, έτσι να κοπεί ο πόνος μου».

Παροιμίες

Αλωνάρη με τ’ αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια.

Αλωνάρης αλωνίζει, στάρι το χωριό γεμίζει.

Αλωνάρης μαραίνει τα χορτάρια κι ο Αύγουστος τα παλικάρια.

Αλωνάρης τ’ αλωνίζει κι Αύγουστος τα ξεχωρίζει.

Κάψες τον Αλωνάρη, ευτυχία όλο το χρόνο.

Πού μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη.

Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει.

Της Αγια-Μαρίνας ρώγα (ή σύκα) και τ’ Αϊ-Λιος σταφύλι. Και της Αγιάς Παρασκευής γεμάτο το κοφίνι.

Το Θεριστή τον Αλωνάρη πάμπολλα καρβέλια είναι.(Μπόλικο στάρι, μπόλικο ψωμί.)

Τ’ Αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοπύρια.

Χόρτο θεροαλωνιστή, ρώγα-ρώγα γυαλιστή.

 

Πηγές: e-istoria.com, http://users.sch.gr/vaxtsavanis, http://www.sansimera.gr. erevnw.blogspot.gr

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

21 Ιουνίου --- Καλό καλοκαίρι

 


ΙΟΥΝΙΟΣ. «Αρχές τού θεριστή, τού δρεπανιού μας ή γιορτή».

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν».

 

 Στις 21 Ιουνίου έχουμε το  θερινό ηλιοστάσιο. Ο Ιούνιος  αντιστοιχεί με το τέλος του αρχαίου ελληνικού μήνα Θαργηλίωνα και με τις αρχές  του Σκιροφορίωνα. Είναι ο μήνας του θερισμού και πολλών άλλων γεωργικών εργασιών. Έχει πολλές ονομασίες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι «θεριστής» που προέρχεται από τον θερισμό των σιτηρών. Επίσης Πρωτόλης ή Πρωτογιούλης, δηλ. πρώτος μήνας και αρχή του καλοκαιριού, Αλυθτσατσής (Κάλυμνος), Ρινιαστής (Πάρος), Ορνιαστής (Άνδρος), Λιοτρόπης, Κερασάρης (Γρεβενά) & Κερασινός (Πόντος), γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια.


  ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

               ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό θεσ/κης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα.

               Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια.

               Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.

               Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»

  

               ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών) Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ’ ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ’ το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ’ του νιρό, να τρέχ’ κι του μπιρικέτ’ ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.

 ΕΡΓΑΣΙΕΣ:

               Θερίζουν σιτάρια, κριθάρια, όσπρια, σανά.

               Ποτίζουν & σκαλίζουν τα χωράφια.

               Φυτεύονται σπανάκια, φασόλια, κουνουπίδια.

               «Χαρακώνουν» τ’ αμπέλια. Καταπολεμούν τις ασθένειες τους.

               Μάζεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς, κολοκυθιάς.

               Μεταφορά κυψελών στο θυμάρι.

               Απογαλακτισμός των ζώων, που είναι 3 μηνών.

               Πρώιμο ζευγάρωμα προβάτων.


 «Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν' καλοκαιράκι».


Πηγή : laikiparadosi.blogspot.com

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Ο Ιούνιος στην ελληνική παράδοση: έθιμα από τον παλιό, καλό καιρό

 Ο Ιούνιος στην ελληνική παράδοση: έθιμα από τον παλιό, καλό καιρό

 

Ο τέταρτος μήνας του αρχαίου ρωμαϊκού ημερολόγιου με 29 ημέρες.

Σήμερα είναι ο 6οςμήνας του χρόνου και έχει 30 ημέρες. Κατά μια άποψη πήρε το όνομά του από τη ρωμαϊκή θεά Γιούνο που ήταν αντίστοιχη με την ελληνική Ήρα, στην οποία ήταν αφιερωμένος. Κατά μια άλλη άποψη το όνομα του οφείλεται στον πρώτο ύπατο της Ρώμης Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο. Στις 21 Ιουνίου έχουμε το θερινό ηλιοστάσιο.

Ο Ιούνιος αντιστοιχεί με το τέλος του αρχαίου ελληνικού μήνα Θαργηλίωνα και με τις αρχές του Σκιροφορίωνα. Είναι ο μήνας του θερισμού και πολλών άλλων γεωργικών εργασιών. Έχει πολλές ονομασίες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι «θεριστής» που προέρχεται από τον θερισμό των σιτηρών. Επίσης Πρωτόλης ή Πρωτογιούλης, δηλ. πρώτος μήνας και αρχή του καλοκαιριού, Αλυθτσατσής (Κάλυμνος), Ρινιαστής (Πάρος), Ορνιαστής (Άνδρος), Λιοτρόπης, Κερασάρης (Γρεβενά) & Κερασινός (Πόντος), γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια.

ΕΡΓΑΣΙΕΣ:

Θερίζουν σιτάρια, κριθάρια, όσπρια, σανά.

Ποτίζουν & σκαλίζουν τα χωράφια.

Φυτεύονται σπανάκια, φασόλια, κουνουπίδια.

«Χαρακώνουν» τ' αμπέλια. Καταπολεμούν τις ασθένειες τους.

Μάζεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς, κολοκυθιάς.

Μεταφορά κυψελών στο θυμάρι.

Απογαλακτισμός των ζώων, που είναι 3 μηνών.

Πρώιμο ζευγάρωμα προβάτων.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό θεσ/κης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα.

Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια.

Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.

Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»

ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών) Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ' ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ' το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ' του νιρό, να τρέχ' κι του μπιρικέτ' ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.

TΟ «ΣΤΙΦΑΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ». Η αρχή αυτού του εθίμου τοποθετείται, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όπως λέγεται, ένας χριστιανός, από τα ΣΠΑΤΑΑΤΤΙΚΗΣ, κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψη και τη θανάτωσή του από τους Τούρκους με τη βοήθεια του Αγίου Πέτρου, γι' αυτό κι έταξε να θυσιάσει ένα μοσχάρι στη γιορτή του. Αλλά όταν ήρθε η μέρα αυτή, μετάνιωσε για το τάμα του και θυσίασε ένα αρνί. Το ταμένο όμως ζώο ήρθε μοναχό του και ξεψύχησε μπροστά στην εκκλησία. Το γεγονός αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και οι Σπαταναίοι άρχισαν από τότε να κάνουν θυσία κάθε χρόνο στον άγιο.

Σήμερα αγοράζεται με κοινή εισφορά ένας μεγάλος αριθμός από βοοειδή και με το κρέας τους παρασκευάζεται «στιφάδο». Αντιμετωπίζουν μάλιστα σαν θαύμα το γεγονός, ότι τα μάτια δεν δακρύζουν από το πολύωρο καθάρισμα τόνων κρεμμυδιών. Το πρωί μετά τη θεία λειτουργία, μοιράζεται στους πανηγυριστές, αφού βράσει όλο το βράδυ σε μεγάλα καζάνια.

ΓΙΟΡΤΕΣ:

«Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Η γενέθλιος ημέρα της εκκλησίας του Χριστού. Την ίδια μέρα γίνεται μεσολογγίτικη γιορτή στη μνήμη και την ψυχανάπαυση των πεσόντων της Εξόδου, στο μοναστήρι του Αγίου Συμεών, στους πρόποδες του βουνού Ζυγός, κοντά στο Μεσολόγγι (τόπος συνάντησης των «Ελεύθερων πολιορκημένων», αν βέβαια τα είχαν καταφέρει).

«Του Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη ή Φανιστή ή Ριζικάρη ή Ριγανά» (24/6). Την ημέρα αυτή άναβαν φωτιές συνήθως σε σταυροδρόμια κατά γειτονιές, με ανταγωνιστική διάθεση, κάθε γειτονιά θέλει να ανάψει τη μεγαλύτερη φωτιά. Σ' αυτήν έριχναν και εύφλεκτα παλιοσύνεργα του χωρικού νοικοκυριού και απαραίτητα το μαγιάτικο στεφάνι.

Μικροί & μεγάλοι, πηδώντας τις φωτιές («φωτάρες»-Ίος), κάνουν και μια ευχή για καλή υγεία και απαλλαγή από το κακό. Η ευχή ήταν: «Πηδώ τον χρόνο τον παλιό και πάω στον πιο καλό».

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

«Αρχές του θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή».

«Ο Μάης θέλει το νερό κι ο θεριστής (=Ιούνιος) το ξύδι».

«Όποιος έχει την κατάρα του παππού, πάει τον Μάη εργάτης κι όποιος έχει του πρωτόπαππου πάει τον Ιούνιο».

«Από το θέρος ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές».

«Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξίδι» [δηλ. Το κρασί που μπαίνει στα βαρέλια τον Οκτώβρη, ωριμάζει το Γενάρη αλλά τον Ιούνιο έχει γίνει πια ξίδι]

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος ...και στο αλώνισμα χαρές!»

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, στασιό δεν έχουν» [δηλ. Ο θερισμός, ο τρύγος και ο πόλεμος δεν επιτρέπουν ξεκούραση, μέχρι να τελειώσουν]

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν».

«Μάρτης έβρεχε, θεριστής εχαίρονταν».

«Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε».

«Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν" καλοκαιράκι».

«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη (Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».

«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».

«Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι».

 

Πηγή : newsbomb.gr

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά Χριστός Ανέστη!! Χρόνια Πολλά!! Ο Πρόεδρος και τα μέλη του ΔΣ του συλλόγου μας, σας εύχονται το Αναστάσιμο Φ...