Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

Οι Μνήμες Παράδοσης Ν. Ιωνίας στο ''Λουκούμι''

 Οι Μνήμες Παράδοσης Ν. Ιωνίας στο ''Λουκούμι''




Το Σάββατο 13/05 μια χορευτική ομάδα από τις Μνήμες Παράδοσης συμμετείχε στο παραδοσιακό γλέντι που πραγματοποίησε ο σύλλογος Χοροπατήματα. Όπως όλα τα μέλη του χορευτικού είπαν πέρασαν υπέροχα. 




Πάντα σε χαρές, χορούς και γλέντια παιδιά.


Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

Ιούλιος – Ήθη, έθιμα και παραδόσεις & Ο εβυθός του Ανδρέα Καρκαβίτσα



Ιούλιος – Ήθη, έθιμα και παραδόσεις




Ο Ιούλιος είναι ο έβδομος μήνας του έτους. Έχει 31 ημέρες και ονομάστηκε από τον Μάρκο Αντώνιο προς τιμή του Ιουλίου Καίσαρα, που γεννήθηκε στις 7 του μήνα αυτού. Ο Ιούλιος λέγεται και θεριστής, γιατί το μήνα αυτό γίνεται ο θερισμός. Πρώτα θερίζονται τα κριθάρια, έπειτα οι βρίζες και τελευταία τα σιτάρια.

Σήμερα, φυσικά, έπαψε ο παλιός τελετουργικός τρόπος του θέρους και του αλωνισμού. Είναι τώρα τα μηχανήματα, που έφτασαν και στο πιο απρόσιτο χωριό, τα οποία ξερίζωσαν και παραμέρισαν κάθε παλιά συνήθεια.

Τον Ιούλιο κάνει πολύ ζέστη, τα “Κυνικά καύματα” που λένε. Τ’ όνομά τους το χρωστούν στον αστερισμό του “Μεγάλου Κυνός” που αυτόν τον καιρό το πιο λαμπρό του αστέρι, ο Σείριος, συμπίπτει ν’ ανατέλλει μαζί με τον ήλιο, με αποτέλεσμα να έχουμε τις μεγαλύτερες ζέστες του χρόνου. Η μεγάλη ζέστη, όμως, του μήνα αυτού κάνει να ωριμάζουν οι καρποί.

Ο Ιούλιος έχει πολλές γιορτές και μάλιστα ιατρικές. Την πρώτη του μήνα γιορτάζουμε τους θεραπευτές Αγίους Κοσμά και Δαμιανό, που ονομάστηκαν Ανάργυροι, γιατί δεν έπαιρναν χρήματα για αμοιβή των υπηρεσιών τους, “Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε ημίν”.

Στις 2 Ιουλίου, γιορτή της καταθέσεως της εσθήτας της Θεοτόκου, κοινώς λεγόμενη της “Καψοδεματούσας”, δεν αλωνίζουν και διηγούνται παραδόσεις περί τιμωρίας “του Παπά με τα χερόβολα στ’ αλώνι”. Δεν αλωνίζουν, επίσης, κατά τη γιορτή της Αγίας Κυριακής (7 Ιουλίου) διότι το ψωμί γίνεται μαύρο.

Στις 17 Ιουλίου είναι η γιορτή της Αγίας Μαρίνας, που θεωρείται προστάτιδα των σπαρτών κατά των βλαπτικών ζωυφίων. Η Αγία Μαρίνα μαρτύρησε στην Αντιόχεια το 262, απολαύει δε μεγάλου σεβασμού από το λαό.

Η γιορτή που κυριαρχεί τον Ιούλιο είναι του Προφήτη Ηλία, που γιορτάζεται στις 20 του μήνα και δεν εργάζονται για να μην πέφτει χαλάζι. Ο Αϊ-Λιάς θεωρείται ο Άγιος της βροχής γι’ αυτό όταν το καλοκαίρι επικρατεί μεγάλη ξηρασία, με κίνδυνο να καταστραφεί κάθε γεωργική παραγωγή. Τη μέρα της γιορτής του εκκλησιάζονται, κάνουν λιτανεία την εικόνα του Αγίου και παρακλήσεις για να βρέξει. Όταν βροντά και αστράφτει, πιστεύει ο λαός μας πως είναι ο Αϊ – Λιάς, που τρέχει στον ουρανό με το πυρφόρο αμάξι του και διώχνει το δράκοντα ή το διάβολο με όπλο τους κεραυνούς σαν άλλος Δίας των αρχαίων.

Επειδή ο Αϊ – Λιας θεωρείται ο Άγιος της βροχής, γι’ αυτό και λατρεύεται στις κορυφές των βουνών και λόφων, όπου φαντάζουν φωτεινές, κατάλευκες εκκλησίες, κουρασμένα περιστέρια, θαρρείς, που ξαποσταίνουν. Την ημέρα της γιορτής όλοι υποβάλλονται στον κόπο, μικροί και μεγάλοι, ν’ ανέβουν εκεί ψηλά να λειτουργηθούν και να προσευχηθούν. Και είναι τόσο ωραία η προσευχή, κει πάνω, γιατί, όπως βρίσκεσαι μακριά από κίνηση και κόσμο, θαρρείς πως βρίσκεσαι πιο κοντά στο Θεό και η προσευχή σου είναι πιο ευπρόσδεκτη.

Για τον προφήτη Ηλία υπάρχει η εξής παράδοση. Ο Αϊ – Λιάς ήταν ναύτης και επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές θα πνιγόταν βαρέθηκε τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει στο μέρος που να μην ξεύρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει, λοιπόν, το κουπί στον ώμο και βγαίνει στη στεριά και όποιον απαντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν “κουπί” τραβούσε ψηλότερα, ώσπου έφτασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί τι είναι και αυτοί του είπαν ότι είναι “ξύλο”. Κατάλαβε, λοιπόν, πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ τους κουπί και έμεινε μαζί τους, εκεί ψηλά.

Μια άλλη παράδοση θρησκευτική αναφέρει πως ο προφήτης Ηλίας, ενώ βρισκόταν στην έρημο κατά την εποχή της μεγάλης ξηρασίας που είχαν εξαπολύσει ο Θεός κατά του ασεβούς Βασιλιά Αχαάβ, τρεφόταν με ψωμί που του κουβαλούσαν τα κοράκια. Γι’ αυτό ο λαός πιστεύει πως τα κοράκια που συμπίπτει να φεύγουν από τον τόπο μας τις μέρες εκείνες πηγαίνουν στάχυα στον Προφήτη Ηλία. Πιστεύουν πως από την ημέρα εκείνη ο καιρός κάνει στροφή προς το χειμώνα “Τ’ Αϊλιός γύρνα ν’ κάπα αλλιώς”.

Ο Προφήτης Ηλίας θεωρείται προστάτης των γουνοποιών γιατί με την μηλωτή του (δορά προβάτου από την αρχαία λέξη μήλο = πρόβατο) επιτελούσε θαύματα και με αυτή κτύπησε τον ποταμό Ιορδάνη και αμέσως σχίστηκε στο μέσο και έγινε δρόμος και πέρασε από ξηράς στην άλλη όχθη μαζί με τον Ελισσαίο και άλλους πενήντα ανθρώπους.


Ο εβυθός

Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας

Ήταν της Παναγίας της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη. Η παπαδιά αποβραδίς είδε όνειρο κακό. Ξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ’ όνειρο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτοια.

- Σώπα, βλοημένη, με τα όνειρά σου! της έλεγε.

- Πώς να σωπάσω, παπά μου; Το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μέσα στα κρύα του χειμώνα ξώζαρκη και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί...

Κι έτσι λέγοντας δερνότανε κι έκλαιγε η παπαδιά.

Νταγκ νταγκ!... Νταγκ νταγκ!... ακούστηκε κείνη την ώρα η βραχνιασμένη φωνή του σή­μαντρου πέρα, στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη λει­τουργιά.

- Ου να μου χαθείτε, τσακάλια, που θέλετε κι εκκλησιά! είπε με περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργα της δουλειάς.

- Πήγαινε στη λειτουργιά σου, παπά μου· τέτοια ημέρα σήμερα δεν κάνει να πιάσεις δουλειά· του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά.

- Άφηνέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα ήβρα τ’ άλογα, σήμερα θ’ αλωνίσω κι ας είναι και Λαμπρή! Τον καιρό δεν τον έχουμε πάντα στο χέρι· μόνο βάλε ψωμί στο τράστο και σώπα!

- Σκιάζουμι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ’ όνειρο. Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες...

- Μωρ’ βάλε ψωμί στο τράστο κι άσε με μη βλαστημήσω! την έκοψε άγρια ο παπάς.

Και τα ξανθά του τα γένια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη κατάπιε τα δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο δεν ήξερε να γυρίσει στον άντρα της.

Ωστόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Φόρεσε τα κοντά του τα ράσα, έβαλε ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ’ ένα σκοινί τη μέση του, κρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, πήρε το χοντρό ραβδί του κι έφυγε χωρίς ούτε γεια σου να ειπεί στην παπαδιά, που τον έβλεπε με θλιμμένη ψυχή.

Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστού­νης, από την Κελεβή, την πατρίδα του Παρασκευά του αρχιληστή. Πριν ρασοφορέσει, ήταν άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά έτρεμαν στ όνομά του. Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα του, αρχοντοθυγατέρα με τ’ όνομα, την πήρε κλεφτή. Άξαφνα του βουλήθηκε να γίνει παπάς. Οι φρόνιμοι το βλέπαν σαν δύσκολο μα εκείνος·

- Ποιο; έλεγε κουνώντας το κεφάλι· σε λίγες μέρες τα βλέπετε.

Και αληθινά εκατό τάλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη και τέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διορίστηκε εφημέριος σε τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή λειτούργαε και σ’ ένα χωριό. Οι χωριάτες, διψασμένοι από παπά, έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτοιο αξίωμα. Περίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθεμερνή ένα το είχε.

Τώρα καθώς έφτασε στ’ αλώνι, έπιασε και λαιμάριασε τ’ άλογα. Έξι άλογα φαλάγγια! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό. Γύρω τα χερόβολα ήταν απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές.

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!... φώναξε. Κι έσκασε στον αέρα το μακρύ καμουτσίκι του.

Τ’ άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξε ένα τ’ άλλο κι έπειτα ρίχτηκαν όλα μπροστά. Γύρι­ζαν και πατούσαν τα στάχυα με τα πόδια τους.

Και κείνος από πίσω, έσκαε το καμουτσίκι και φώναζε άγρια:

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!...

Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος βούιζε στη φωνή του παπά.

Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αβγό έψηνες στην αντηλιάδα του. Τ’ άλογα ήρθαν και απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον ίδρωτα· το ρουθούνι τους φυσομάναε σαν φυσερό· φρούμαζαν, χλιμιντρούσαν κι έτρεχαν γύρω στο στυγερό. Το άχερο τριβότανε κάτω από τα πόδια τους· το σιτάρι πετα­γόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι. Και ο παπάς με το καμουτσίκι στο χέρι, πότε έτρεχε πίσω από τ’ άλογα, πότε στεκότανε ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια του ’φυγε από το κεφάλι και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελά και τα μακριά γένια του έσταζαν ρουνιά τον ίδρωτα. Μα εκείνος πάντα έτρεχε φωνάζοντας:

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!...

Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται, άρχιζε αμέσως τις βλαστήμιες. Κατέβαζε, ο άθεος, όλα τα καντήλια.

Από το κάμα και την πολλή κούραση, σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! εκεί να έβλεπες τον παπά! Ούρλιαζε σαν λύκος· γύριζε τ’ άγρια του μάτια εδώ και κει, ποδοπάταε τη γη. Άξαφνα σηκώνει τα χέρια και φασκελώνει τον ουρανό.

- Θες δε θες, Παναγιά, λέει τρέμοντας από λύσσα, εγώ θ’ αλωνίσω σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα όνειρα!

Κι έσπρωξε έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ’ άλογα. Έπειτα έπιασε ο ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να γυρίζει μαζί με τ’ άλλα.

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!... ούρλιαζε αδιάκοπα.

Μα δε γύρισε πολύ. Άξαφν’ ακούστηκε μια βουή τρομαχτική. Γυρίζει και βλέπει μακριά κάτι, σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν τρεχάτα απάνω του. Και η βουή γινόταν δυνατότερη, σαν φουσκοθάλασσα που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο κατάλαβε ο παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του· έζωνε τ αλώνια. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνει το σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πως το νερό ζύγωνε ολούθε και τ’ άλογα τρομαγμένα κλωτσούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα χρειάστηκε.

-Ήμαρτον, Θε μου! ψιθύρισε κι έπεσε στα γόνατα.

Μα ο θεός δεν τον άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός! Τ’ αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα το νερό πλάκωνε· μια πήχη τόπος έμεινε γύρω στον παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία· βούιζε μονάχα και ψήλωνε σιγαλινά σε νεκροθάλασσα. Εκείνος κατάχλομος το κοίταζε και τα μάτια του κοκκίνισαν Τώρα το νερό του έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· γύρισε εδώ και κει τα μάτια, απελπίστηκε τέλεια. Κλώτσησε τη γη, δάγκωσε τα χείλη, ξέσχισε τα ράσα του. Έκαμε να λύσει τ’ άλογα και να καβαλίκει να φύγει· πού να τον αφήσουν τ’ άλογα να σιμώσει! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφτανε εκεί το νερό.

Μα το νερό ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβισμα, με κάποιο κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό κι άρχισε ν ανεβαίνει, ώσπου έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ’ άλογα φοβισμένα φρούμαζαν, κλωτσούσαν, πάλευαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια. Τέλος κατόρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ρίχτηκαν στο πέλαγο και βγήκαν πέρα, παραιτώντας έρμο κι απελ­πισμένο τον παπά.

Ωστόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθια, έπειτα στους ώμους του. Εκείνος κοίταζε με ζηλιάρικο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί δεν ήταν νερό. Έβλεπε τα λιβάδια πράσινα, τον ουρανό ασυγνέφιαστο, τα βουνά ήσυχα. Άκουε τα κοπάδια που γύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές, όλα τ’ άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιά­σουν πέρναγαν τσιτσιρίζοντας απάνω από το κεφάλι του.

Νταγκ νταγκ!... ντακ-νταγκ!... νταγκ νταγκ!... ακούστηκε πάλι το σήμαντρο του Μάζη, που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε κι ανατρίχιασε· του φάνηκε πως νεκροσημαίναν για δαύτονε. Μα δεν έμεινε και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε στο στόμα, έπειτα του έκλεισε τα μάτια. Ένα κύμα ήρθε μου­γκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το στυγερό. Τ’ άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν νια σάβανο απάνω από το υγρό μνήμα του παπά.


Έτσι έσβησε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά, παρά την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ήμερα έπεσε το σπίτι· τα γίδια ψόφησαν, εκείνη τρελάθηκε. Παράδειρε κάμποσον καιρό ώσπου ήβρε μια πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που πνίγηκε ο παπάς, κάθε χρόνο, της Παναγιάς της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη, ακούονται χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η φωνή του παπά να ουρλιάζει αδιάκοπα:

- Άπλα!... άπλα!... άπλα!...


Πηγή: ekklisiaonline.gr

el.wikisource.org/wiki

 

 

 


Κυριακή 25 Ιουνίου 2023

Στιγμιότυπα από τις πρόβες των Μνημών για την εκδήλωση ''Η Γειτονιά των Θαυμάτων''

Στιγμιότυπα από τις πρόβες των Μνημών για την εκδήλωση ''Η Γειτονιά των Θαυμάτων''

Αφιερωμένη στα 100 χρόνια Ν. Ιωνία (1923 - 2023)









































 

Στιγμιότυπα από τις πρόβες των Μνημών για την εκδήλωση ''Η Γειτονιά των Θαυμάτων''

Αφιερωμένη στα 100 χρόνια Ν. Ιωνία (1923 - 2023)

«Η γειτονιά των θαυμάτων» 1923 – 2023: 100 χρόνια Νέα Ιωνία


«Η γειτονιά των θαυμάτων» 1923 – 2023: 100 χρόνια Νέα Ιωνία




Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της πόλης, ο Δήμος Νέας Ιωνίας παρουσιάζει την επετειακή παράσταση, «Η γειτονιά των θαυμάτων», στο Δημοτικό Στάδιο Νέας Ιωνίας, με ελεύθερη είσοδο, τη Δευτέρα 3 Ιουλίου στις 9:00 μ.μ.

«Η γειτονιά των θαυμάτων», η μεγάλη αυτή «γιορτή της πόλης» βασισμένη στην ιστορική τεκμηρίωση του Λουκά Χριστοδούλου, Προέδρου του ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. διατρέχει τα ιστορικά, τα κοινωνικά και τα πολιτιστικά γεγονότα, που σημάδεψαν τη ζωή των ανθρώπων της Νέας Ιωνίας, στη διάρκεια του αιώνα που πέρασε.
100 χρόνια Νέα Ιωνία: Οι μουσικές και τα τραγούδια που πλημύρισαν τα σοκάκια εκείνης της γειτονιάς και σημάδεψαν τις ψυχές των ανθρώπων, θα ακουστούν ξανά από τον Κώστα Μακεδόνα, τον Μπάμπη Βελισσάριο και τη Χριστιάνα Γαλιάτσου.


Η Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους και ο Πασχάλης Τσαρούχας, αφηγούνται το πρωτότυπο κείμενο του Γιώργου Μπλάνα, και μας μεταφέρουν σε μια εποχή όπου τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήσει το ποτάμι της ζωής.
Ένα μουσικοθεατρικό υπερθέαμα, σε σκηνοθεσία της καταξιωμένης Σοφίας Σπυράτου. Μαζί της συμπράττει μία σπουδαία δημιουργική ομάδα συντελεστών. Στα εντυπωσιακά video art βάζει τη σφραγίδα του ο Νίκος Σούλης, τα κοστούμια της παράστασης αναλαμβάνει ο Γιώργος Σεγρεδάκης και τον σχεδιασμό φωτισμού ο Περικλής Μαθιέλλης. Συμμετέχει ζωντανή ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση και τις ενορχηστρώσεις του Θωμά Κοντογεώργη.

Με «όχημα» το λόγο, τη μουσική, το χορό, τα κινηματογραφικά ντοκουμέντα της εποχής και τα εικαστικά video art, παρουσιάζεται η ιστορία της πόλης, από την ίδρυση της πρώτης γειτονιάς των προσφύγων της Μικράς Ασίας, μέχρι και σήμερα.

Καθοριστικό ρόλο στην παράσταση και την αναβίωση της «γειτονιάς», διαδραματίζουν οι 350 εθελοντές-δημότες που συμμετέχουν στην επετειακή γιορτή (αλφαβητικά):

▪️ Χορωδία Συνδέσμου Αλαγιωτών
▪️ Αθλητικός Σύλλογος “ΑΝΑΤΟΛΗ”
▪️ Αθλητικός Σύλλογος “ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ”
▪️ Θεατρική Ομάδα Σωματείου Ινεπολιτών – Κασταμονιτών
▪️ Θεατρική Ομάδα Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου “ΚΑΜΕΡΑΝΟ”
▪️ Λύκειο Ελληνίδων Ν. Ιωνίας
▪️ Χορευτική Ομάδα “ΜΝΗΜΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ”
▪️ Χορωδία Παραδ/κού Τραγουδιού ΟΠΑΝ Δήμου Ν. Ιωνίας
▪️ Παιδική-Νεανική Χορωδία ΟΠΑΝ Δήμου Ν. Ιωνίας
▪️ Πρόσκοποι Ν. Ιωνίας – Περισσού
▪️ Χορωδία Ένωσης Ρουμελιωτών
▪️ Χορευτική Ομάδα Συλλόγου Ποντίων “ΣΙΝΩΠΗ”
▪️ Φιλαρμονική Ορχήστρα Δήμου Ν. Ιωνίας
▪️ Παιδική χορωδία Ωδείου Νέας Ιωνίας
▪️ Ομάδα Εκπ/ης & Ενδ/σης Εφήβων WE_Workshops Edu

Συμμετέχει ο παλαίμαχος διεθνής ποδοσφαιριστής Χρήστος Αρδίζογλου.

«Γιατί το μέλλον… ανήκει στις γειτονιές των θαυμάτων…»


Πηγή : https://www.er tnews.gr/eidiseis/politismos/i-geitonia-ton-thaymaton-1923-2023-100-xronia-nea-ionia/

Ο καλυμνιώτικος «χορός του μηχανικού» και το έθιμο του «χορού του συγχώριου» μέσα από τη Λαογραφική Παράδοση



Ο καλυμνιώτικος «χορός του μηχανικού» και το έθιμο του «χορού του συγχώριου» μέσα από τη Λαογραφική Παράδοση


Της Μαριάννας Αδάμ Γκρόγκου





Ο δημοφιλέστερος και παραδοσιακός χορός της Καλύμνου είναι ο λεγόμενος «χορός του μηχανικού» ή αλλιώς «χορός των σφουγγαράδων», ένας χορός πολύ αγαπητός στην Κάλυμνο που χορεύεται βασικά από άνδρες σε διάφορες τοπικές εκδηλώσεις, όπως σε γάμους, σε βαφτίσια, σε γλέντια, σε γιορτές και σε Καλυμνιώτικα παραδοσιακά πανηγύρια, σε ανάμνηση της μεγάλης τους αγάπης και της κυριαρχίας τους στην θάλασσα, την αλίευση των σπόγγων και ιδιαιτέρως των προβλημάτων αναπηρίας που αντιμετώπιζαν από τις καταδύσεις τους στον ανεξερεύνητο χώρο του βυθού.



Ονομάστηκε, έτσι, διότι αποτελεί αναπαράσταση του «σακατεμένου» μηχανικού, δηλαδή του «πιασμένου» σφουγγαρά δύτη, που βουτούσε με ειδική στεγανού τύπου υποβρύχια στολή για το υδάτινο θαλάσσιο περιβάλλον το λεγόμενο «σκάφανδρο» για να αλιεύσει τα σπάνια και πολύτιμα σφουγγάρια, που πολλές φορές απέβαιναν εκδικητικά για την σωματική του υγεία.



Πιο συγκεκριμένα, το «σκάφανδρο» αποτελούνταν από άσπρη ολόσωμη στολή φτιαγμένη από καραβόπανο που συνδεόταν άρρηκτα με χάλκινη περικεφαλαία εξαρτώμενη από τον ομφάλιο λώρο, δηλαδή ενός σωλήνα, που σύνδεε την περικεφαλαία που βρισκόταν στο υδάτινο θαλάσσιο περιβάλλον με την χειροκίνητη αντλία που βρισκόταν στο καΐκι στην επιφάνεια της θάλασσας για να τροφοδοτείται ο σφουγγαράς δύτης με καθαρό φυσικό αέρα από αυτή, αλλά έδινε και την δυνατότητα επικοινωνίας με το ανθρώπινο δυναμικό του καϊκιού σε περίπτωση απρόοπτου μηχανικής βλάβης της αντλίας ή του σωλήνα, ώστε να ειδοποιήσει το σφουγγαρά δύτη να αναδυθεί εγκαίρως δίχως να υπάρξει ατύχημα. Η στολή αυτή συμπεριελάμβανε ακόμη θώρακα, παπούτσια και βαρίδια στο στήθος. Μέσω αυτής της στολής υπήρχε η δυνατότητα στον επαγγελματία σφουγγαρά να κατεβαίνει σε βαθιά νερά άνω των 50 μέτρων και να παραμένει στο βυθό για αρκετά χρόνο άνω των 5 λεπτών και να κάνει την επιλογή των καλών σφουγγαριών και όχι των άχρηστων, ώστε να είναι πιο παραγωγικός και κερδοφόρος.



Η ημιπαράλυση ήταν μια συνηθισμένη νόσος των δυτών και ειδικά στην Κάλυμνο, που όπως είναι γνωστό έχει μια μεγάλη παράδοση με τους σφουγγαράδες. Λόγω της παντελούς άγνοιας των κανόνων κατάδυσης, ή λόγω της εγκληματικής παράτασης του χρόνου κατάδυσης τους από τους καπετάνιους, με στόχο την αύξηση των ποσοτήτων σπογγαλιείας, ή λόγω της υπερτίμησης των δυνατοτήτων τους, ή λόγω εκτίμησης των κινδύνων του βυθού, προέκυπταν πολλά ατυχήματα του τύπου του «πιασίματος» στα μέλη του σώματός τους.



Τη νόσο αυτή, μάλιστα, την θεωρούσαν «κατάρα» ως μιας μυστηριώδους και ανεξήγητης ασθένειας. Αυτή η νόσος προκαλείται λόγω της αποσυμπίεσης, σύμφωνα τον νόμο του Άγγλου Χημικού William Henry, διότι «σε σταθερή θερμοκρασία η ποσότητα ενός αερίου που διαχέεται σ’ ένα υγρό είναι σχεδόν ανάλογη ως προς την μερική πίεση του αερίου». Πριν την κατάδυση οι ιστοί του σώματος, δηλαδή το αίμα και ο νευρικός ιστός του δύτη, έχουν απορροφήσει άζωτο στο φυσικό τους περιβάλλον και ύστερα κατά την κατάδυση απορροφούν επιπλέον άζωτο λόγω της αύξησης της πίεσης. Για όσο διάστημα δεν υπάρχουν «γρήγορες» μεταβολές πιέσεων το άζωτο παραμένει «εγκλωβισμένο» στους ιστούς του σώματος του και όταν ο δύτης ξεκινήσει την άνοδο του, δηλαδή την αποσυμπίεση του, απελευθερώνονται όλο και περισσότερα μόρια του αζώτου από τους ιστούς του δύτη. Αν οι ταχύτητες του δύτη είναι σταθερές δεν προκαλείται πρόβλημα, γιατί η αποσυμπίεση είναι σταθερή. Αντιθέτως, η παροδική αύξηση της ταχύτητάς του, λόγω της γρήγορης μεταβολής της αποσυμπίεσης μπορεί να προκαλέσει την δημιουργία φυσαλίδων αερίων στο αίμα του δύτη, με αποτέλεσμα να σακατευτεί με παράλυση μέλους του σώματος του, συνήθως του ποδιού.



Με αφορμή την επικοινωνία που είχαμε με τον Καλύμνιο καθηγητή, τον εντιμολογιώτατο Άρχοντα Μαΐστορα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κύριο Γεώργιο Χατζηθεοδώρου, μας μίλησε μετά χαράς για τον παραδοσιακό «χορό του μηχανικού» που χορεύεται κατ’εξοχήν στην Κάλυμνο, καθώς και για το εντυπωσιακό έθιμο του χορού της Τυρινής, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο, το απόγευμα αυτής της Κυριακής στον αυλόγυρο του Καθεδρικού και ιστορικού ναού του νησιού, της Παναγίας της Κεχαριτωμένης Χώρας Καλύμνου, που βρίσκεται κάτω από το Μεγάλο Κάστρο της Καλύμνου κάπου διακόσια πενήντα χρόνια.



Σύμφωνα με πληροφορίες που αντλήσαμε από τον ίδιο τον κύριο Γεώργιο Χατζηθεοδώρου, ο «χορός του μηχανικού» είναι δίκοπος παλιός που τώρα χορεύεται σαν ίσιος βαδίζοντας από άνδρα και μιμείται τα βήματα αναπήρου από την μηχανή του δύτη. Παλιά όμως ήταν μόνο χορευτικός σκοπός. Αργότερα, Λέριοι οργανοπαίκτες πρόσθεταν και σχετικά δίστιχα όπως «Βρε, μηχανικός θα γίνω και στην άμμο θα ’πομείνω». Για την ακρίβεια, ο χορευτής του «μηχανικού» τρεμουλιάζει με ένα μπαστούνι στα χέρια του, πέφτει κάτω και ξανά σηκώνεται πετώντας το μπαστούνι για να χορέψει με συνοδεία την ειδική μελωδία του μηχανικού, που είναι εμπνευσμένη από την γενναιότητα και την αντρειοσύνη των σφουγγαράδων. Παρόλο την ημιπαράλυσή τους οι σφουγγαράδες είχαν αναπτερωμένο το ηθικό τους, γι’ αυτό την υπερνικά και ο χορευτής του «μηχανικού» με το πέταγμα του μπαστουνιού που συμβολίζει την απελευθέρωση από την μυστηριώδη ασθένεια και ταυτόχρονα τον ελεύθερο βηματισμό στο χορό, κάτι που δεν επέτρεπε το μπαστούνι. Μάλιστα, ο χορός αυτός ξεκίνησε πριν από κάμποσα χρόνια, μέσα την δεκαετία του ’60, από έναν Καλύμνιο ταλαντούχο γυμναστή τον Θεόφιλο Κλωνάρη που ήταν και ο πρώτος χορευτής στο παραδοσιακό χορευτικό μπαλέτο της Δώρας Στράτου που σκέφθηκε να κάμει φιγούρες κρατώντας μια μαγκούρα και μιμούμενος τα ασταθή βήματα του ανάπηρου και πιο ειδικά του «χτυπημένου» από τη νόσο των δυτών, εφόσον είχε και πατέρα σφουγγαρά και γνώριζε καλά γι’ αυτήν. Άρεσε τόσο πολύ στον κόσμο με αποτέλεσμα να γενικευθεί και σήμερα να μιλάμε για το «χορό του μηχανικού».



Όσο για το χορό της Τυρινής, κάθε χρόνο την Κυριακή της Τυρινής, στον αυλόγυρο του Καθεδρικού Ιστορικού Ι. Ν. Παναγίας Κεχαριτωμένης Χώρας Καλύμνου πριν από την έναρξη του πρώτου Κατανυκτικού Εσπερινού του «Συγχώριου», όπως τον αποκαλούν οι ντόπιοι, ενώπιον Αρχών και πλήθους κόσμου. Εκεί, χορεύονται εκτός από τον «χορό του μηχανικού» και διάφοροι άλλοι καλύμνικοι τοπικοί παραδοσιακοί χοροί, όπως η σούστα ό τριπφηιτός και πολλοί άλλοι, με τοπικές παραδοσιακές ενδυμασίες, «το καβάϊ και το καλύμνικο, τη βράκα και το κοντογέλεκο και το σαλβάρι», όπως γράφει ο ίδιος στο άρθρο του «Ο Χορός της Τυρινής και ο εσπερινός του Συγχώριου στην Παναγιά την Κεχαριτωμένη». Συγκεκριμένα, το παραδοσιακό αυτό έθιμο, όπως μου τόνισε ο ίδιος, αρχίζει στις μία το μεσημέρι και τελειώνει στις πέντε το απόγευμα, τότε που η καμπάνα χτυπά και όλο το πλήθος του κόσμου, θα πρέπει να μπει στην Εκκλησία για να ακολουθήσει ο Μέγας Κατανυκτικός Εσπερινός του Συγχώριου, στον οποίο πάντα χοροστατεί ο εκάστοτε Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης της Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας.



Γράφει ο καθηγητής κύριος Γεώργιος Χατζηθεοδώρου χαρακτηριστικά στο άρθρο του «Κάθε χρόνο, το απόγευμα της Κυριακής της Τυρινής, τελείται μια θρησκευτική ακολουθία που με τα όσα αυτή συνδέεται, ξεπερνά την απλή εκκλησιαστική σημασιολογία και αποτελεί πλέον έθιμο και διαχρονική παράδοση για την Κάλυμνο, η οποία εξακολουθεί να αντέχει στο πέρασμα του χρόνου και τις προσβολές των καιρών. Πρόκειται για τον Κατανυκτικό Εσπερινό και το χορό που προηγείται από αυτόν στην αυλή της Παναγιάς. Σε ό, τι αφορά το χορό μάς έρχεται σαν έθιμο από παλιά, όταν υπήρχε η συνήθεια οι ημέρες εορτών, εκτός από τις καθιερωμένες εκκλησιαστικές τελετουργίες, να γιορτάζονται και με τη διοργάνωση χορών βασικά στις αυλές των ναών που εόρταζαν. Και σήμερα βέβαια διοργανώνονται περιστασιακά χοροί, αν και με διαφορετική πλέον έκφραση-πρόκειται για αυτό που λέμε γλέντια-,κυρίως στην εορτή της Παναγιάς στις 15 Αυγούστου. Η διαφορά των παλιών χορών με τους σημερινούς ήταν ότι οι παλιοί ήσαν συνδεδεμένοι με το γεγονός της εορτής και ως εκδηλώσεις ήταν πράξη τιμής προς το εορταζόμενο πρόσωπο του αγίου, ενώ σήμερα διοργανώνονται με την ευκαιρία της γιορτινής ημέρας και είναι συνδεδεμένοι με την έννοια και μόνο της διασκέδασης».



Σημειώνουμε, για όσους δεν γνωρίζουν, ότι ο κύριος Γεώργιος Χατζηθεοδώρου, εκτός από τον τίτλο που προαναφέραμε, έχει κα την ιδιότητα του καθηγητή της μουσικής και εργάστηκε σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης, αλλά και σε Ανώτατες Εκκλησιαστικές Σχολές και σε Ωδεία. Έχει δε διατελέσει Γυμνασιάρχης για μια πενταετία, στο 1ο Γυμνάσιο Καλύμνου από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Είναι, πολυγραφότατος συγγραφέας λαογραφικών, ιστορικών και μουσικολογικών έργων, αλλά και σχετικών άρθρων. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Στην εργογραφία του ανήκουν πλήθος βιβλίων, επιμέλειες εκδόσεων, έρευνες, μελετήματα, μουσικών χορωδιακών έργων και ερμηνειών εκκλησιαστικών έργων.



Ευχαριστίες από καρδιάς οφείλω στον Καλύμνιο καθηγητή κύριο Γεώργιο Χατζηθεοδώρου που με το αμέριστο ενδιαφέρον του και τις πολύτιμες γνώσεις του με συνέδραμε με τον δικό του και πάντα ξεχωριστό τρόπο στην συγγραφή του αυτού άρθρου με την παροχή προφορικών και γραπτών πληροφοριών για τον «χορό του μηχανικού» και το «χορό του Συγχώριου».



Πηγή: https://kasosnews.wordpress.com/

Το έθιμο του Κλήδονα, οι φωτιές του Αϊ Γιάννη και το «αμίλητο νερό»



Το έθιμο του Κλήδονα, οι φωτιές του Αϊ Γιάννη και το «αμίλητο νερό»




Γυναίκα κουβαλά το αμίλητο νερό, σύμφωνα με το έθιμο του Κλήδονα


Στις 24 Ιουνίου, ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, αναβιώνει το έθιμο του Κλήδονα. Αποτελεί το δημοφιλέστερο έθιμο του καλοκαιριού και διατηρεί τις ρίζες του από την αρχαιότητα.

Ανήμερα της γιορτής, οι κάτοικοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας ανάβουν φωτιές καταμεσής του δρόμου, ενώ ο «Κλήδονας» αποκαλύπτει στις άγαμες κοπέλες τον μελλοντικό τους σύζυγο.



Το «αμίλητο νερό»

Σύμφωνα με το έθιμο, την παραμονή του Αϊ Γιαννιού, οι ανύπαντρες κοπέλες επιλέγουν σε ποιο από τα σπίτια του χωριού θα «ανοιχτεί ο Κλήδονας».

Το απόγευμα της παραμονής, ένα μικρό κορίτσι, του οποίου ζουν και οι δύο γονείς, πηγαίνει σε μια πηγή και παίρνει το «αμίλητο» νερό με ένα πήλινο δοχείο, με το «δοχείο του Κλήδονα», όπως ονομάζεται. Έπειτα το μεταφέρει στο σπίτι χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, ακόμα κι αν επιχειρήσουν να της αποσπάσουν την προσοχή οι περαστικοί ή της μιλήσουν. Γι’ αυτό και το νερό ονομάζεται «αμίλητο» ή «βουβό».

Αν μιλήσει, το νερό πρέπει να χυθεί και να μεταφερθεί άλλο, «αμίλητο». Όταν τελικά η κοπέλα φτάσει στο σπίτι, τοποθετεί το νερό σε δοχείο με στενό λαιμό και η κάθε κοπέλα ρίχνει μέσα ένα προσωπικό της αντικείμενο. Ακολουθεί το κλείδωμα και η ασφάλιση του δοχείου.

Ο Κλήδονας σκεπάζεται με πανί ή με μαντίλι κόκκινου χρώματος και στεφανώνεται με φύλλα δάφνης, μυρτιάς και λυγαριάς.

Παράλληλα, οι άγαμες κοπέλες προσεύχονται στον Αϊ Γιάννη και τοποθετούν το δοχείο σε ανοιχτό χώρο, όπου μένει όλη τη νύχτα. Την ίδια νύχτα, λέγεται ότι τα κορίτσια βλέπουν στα όνειρά τους το μελλοντικό τους σύζυγο.

Μετά τη δύση του ηλίου, οι κοπέλες βγάζουν το κλειδωμένο αγγείο, σκεπασμένο και στεφανωμένο στο ύπαιθρο, για να αστρονομιστεί ή να αστριστεί. Επίσης, τοποθετείται σε δώμα του σπιτιού ή κάτω από μια τριανταφυλλιά, προκειμένου οι νύχτες να είναι μυρωδάτες.

Τα άστρα, θεωρείται πως θα επιδράσουν πάνω στο αγγείο και ο Κλήδονας θα λάβει μαντική και τελεστική δύναμη. Τα κορίτσια φυλάνε με βάρδιες το αγγείο.

Πριν την ανατολή του ηλίου και για να μην καταστρέψει το φως του ήλιου το μαγικό πλέγμα, που η προηγούμενη νύχτα έχει δημιουργήσει, το αγγείο μεταφέρεται εντός του σπιτιού, σε σκιερό μέρος, μέχρι να ανοίξει ο Κλήδονας.



Το άνοιγμα του Κλήδονα

Όταν προσέλθουν στο σπίτι τα κορίτσια που έχουν ρίξει τα «ριζικάρια» τους, αρχίζει η τελετή του ανοίγματος. Ο Κλήδονας ανοίγει από αυτόν που το κλείδωσε.

Η ριζικάρισσα δίνει το κόκκινο ύφασμα σε ένα μικρό παιδί, που το βάζει στο κεφάλι ή στο λαιμό του και αφού βάλει το χέρι του μέσα στο αγγείο, αρχίζει να βγάζει ένα-ένα τα αντικείμενα σε τυχαία σειρά.

Τα αντικείμενα, καθώς βγαίνουν με τυχαία σειρά, στο κάθε ένα απαγγέλλεται ένα αυτοσχέδιο δίστιχο-προφητεία για τον κάτοχο του σημαδιού. Τα δίστιχα δεν είναι μόνο ερωτικά ή προφητικά, αλλά και με ελευθεροστομίες και σκωπτικά, σατιρικά. Μετά το πέρας της συγκέντρωσης ακολουθεί κέρασμα και χορός.

Όταν οι κοπέλες επιστρέφουν στα σπίτια τους, προσέχουν ποιο όνομα ή λέξη θα πρωτακούσουν στο δρόμο για να το συσχετίσουν με την «ανοικτή τύχη» τους, εκείνη τη βραδιά.



Γιατί η αλαλία και το κόκκινο πανί;

Το αμίλητο νερό σχετίζεται με την αλαλία, που είχε ο πατέρας του Ιωάννη Προδρόμου μέχρι να γεννηθεί το παιδί. Γι’ αυτό έγραψε το όνομά του σε μια πινακίδα, αφού δεν μπορούσε να μιλήσει.

Στη λαϊκή παράδοση, η διαδικασία του αμίλητου νερού θεωρείται μεγάλης μαντικής αξίας, επειδή μεταφέρεται με απόλυτη σιωπή, που προσδίδει μυστήριο και ιερότητα.

Το παιδί που έχει και τους δύο γονείς του παραπέμπει στον αμφιθαλή παίδα της Αρχαίας Ελλάδας, ο οποίος έκοβε τα κλαδιά με τα οποία στεφανώνονταν οι νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων.

Το κόκκινο χρώμα ταυτίζεται με την ταχύτητα, η οποία θα βοηθήσει να φτάσει η τύχη γρήγορα σε όσους την έχουν ανάγκη.



Η κάθαρση

Στις 23 Ιουνίου, παραμονή του Αϊ Γιαννιού, μετά τη δύση του ηλίου, οι κάτοικοι ανάβουν φωτιές στα σοκάκια και τις πλατείες των χωριών. Ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη φωτιά, την οποία αναζωπυρώνουν με άχρηστα αντικείμενα και κυρίως με τα στεφάνια του Μάη.

Άνδρες και γυναίκες πηδούν πάνω από τις φωτιές και φωνάζουν: «Να πηδήξω τη φωθιά, μη με πιάσει η αρρωστιά».

Σύμφωνα με την παράδοση, η φωτιά επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι απαλλάσσονται από το κακό.

Φυσικά, αποτελούσε τρόπο διασκέδασης ακόμη και στα αστικά κέντρα, όσο υπήρχαν αλάνες και καύσιμη ύλη. Οι πολυκατοικίες που έπιασαν όλους τους ελεύθερους χώρους και τα αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα στους δρόμους, είναι από τις αιτίες που, στις μεγάλες πόλεις, το έθιμο έχει εξαφανισθεί.

Αντίστοιχα έθιμα αναβιώνουν και στη Βόρεια Ευρώπη και συνδέονται με την έναρξη του καλοκαιριού και το Θερινό Ηλιοστάσιο.



Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα

Το έθιμο του Κλήδονα έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Στην εποχή του Ομήρου, λέγεται ότι χρησιμοποιούσαν τη μαγεία του Κλήδονα για να μαντέψουν τα μελλούμενα.

Ο Παυσανίας έγραφε σχετικά με τον Κλήδονα: «Ο Βωμός του Απόλλωνα σχηματίστηκε από τη στάχτη των σφαγίων. Εδώ συνηθίζεται μαντική από κληδόνων («μαντική δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων»), την οποία ξέρω ότι τη χρησιμοποιούν οι Σμυρνιοί περισσότερο απ’ όλους τους Έλληνες και οι Σμυρνιοί έχουν πάνω από την πόλη, έξω από το τείχος, ιερό των κληδόνων («κληδόνων ιερόν»). Παλιά οι Θηβαίοι θυσίαζαν ταύρους στον Σπόδιο Απόλλωνα».

Με την πάροδο του χρόνου, ο Κλήδονας έχασε τον χαρακτήρα της γενικής μαντικής και περιορίστηκε στους ερωτικούς χρησμούς.

Η θεά Κλήδονα σταδιακά αποσύρθηκε, δίνοντας τη θέση της στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Κάτι συνηθισμένο, καθώς ο χριστιανισμός συνέχισε τις παραδόσεις, αλλάζοντας το χαρακτήρα των εθίμων.

Στους βυζαντινούς χρόνους, την παραμονή του Αγίου Ιωάννη, οι άνθρωποι συναθροίζονταν σε κάποιο σπίτι ή στη γειτονιά, όπου γινόταν τραπέζι σαν να επρόκειτο για γαμήλιο δείπνο. Εκεί παρευρισκόταν κάποιο νεαρό κορίτσι ντυμένο νύφη.

Στο τέλος της βραδιάς, ο κάθε παριστάμενος έριχνε ένα αντικείμενο σε ειδικό αγγείο με νερό, από όπου το ανέσυρε στη συνέχεια η «νύφη» υπό μορφή κλήρου, ως απάντηση στην ερώτηση του καθένα για το τι επιφύλασσε το μέλλον.



Το έθιμο που καταδίκασε η Εκκλησία

Τον 7ο αιώνα, η εν Τρούλλω Στ’ Οικουμενική Σύνοδος, υπό τον Ιουστινιανό τον Β’, καταδίκασε μεταξύ άλλων εθίμων και τον Κλήδονα.

Ζητούσε να αντικατασταθεί με αγιασμό και ευχές, ενώ προσδιόριζε και τις ποινές για όσους συμμετείχαν ή απλώς παρακολουθούσαν τον Κλήδονα.

Αν ο παραβάτης ήταν λαϊκός, απλός πολίτης, τότε αυτόματα αφοριζόταν και αν ήταν κληρικός, καθαιρούνταν.

Η πολεμική που ασκήθηκε από την Εκκλησία αποτυπώθηκε σε φράσεις όπως «αυτά τα λεν στο Κλήδονα», «τέτοια να τα λες στον Κλήδονα», «τέτοια εγώ τα ακούω στον Κλήδονα», δηλαδή απαξιωτικές εκφράσεις για το δρώμενο, που καταντά συνώνυμο της ελαφρότητας.

Ωστόσο, παρ’ όλη την αρνητική στάση της Εκκλησίας, το έθιμο του Κλήδονα επιβίωσε μέχρι σήμερα.

Έχει περισσότερο θεατρικό χαρακτήρα με έντονο το φολκλορικό στοιχείο, καθώς ο ορθολογισμός έχει κερδίσει περισσότερο έδαφος και έχει αποδομήσει τις μεταφυσικές λειτουργίες του εθίμου.



Πηγή: Μηχανή του Χρόνου – In.gr

 

Ο Ιούνιος στην ελληνική παράδοση: έθιμα από τον παλιό, καλό καιρό…



Ο Ιούνιος στην ελληνική παράδοση: έθιμα από τον παλιό, καλό καιρό…




Ο τέταρτος μήνας του αρχαίου ρωμαϊκού ημερολόγιου με 29 ημέρες. Σήμερα είναι ο 6ος μήνας του χρόνου και έχει 30 ημέρες.

Κατά μια άποψη πήρε το όνομά του από τη ρωμαϊκή θεά Γιούνο που ήταν αντίστοιχη με την ελληνική Ήρα, στην οποία ήταν αφιερωμένος. Κατά μια άλλη άποψη το όνομα του οφείλεται στον πρώτο ύπατο της Ρώμης Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο. Στις 21 Ιουνίου έχουμε το θερινό ηλιοστάσιο.



Ο Ιούνιος αντιστοιχεί με το τέλος του αρχαίου ελληνικού μήνα Θαργηλίωνα και με τις αρχές του Σκιροφορίωνα. Είναι ο μήνας του θερισμού και πολλών άλλων γεωργικών εργασιών. Έχει πολλές ονομασίες, από τις οποίες η πιο διαδεδομένη είναι «θεριστής» που προέρχεται από τον θερισμό των σιτηρών. Επίσης Πρωτόλης ή Πρωτογιούλης, δηλ. πρώτος μήνας και αρχή του καλοκαιριού, Αλυθτσατσής (Κάλυμνος), Ρινιαστής (Πάρος), Ορνιαστής (Άνδρος), Λιοτρόπης, Κερασάρης (Γρεβενά) & Κερασινός (Πόντος), γιατί τότε ωριμάζουν τα κεράσια.



ΕΡΓΑΣΙΕΣ:

Θερίζουν σιτάρια, κριθάρια, όσπρια, σανά.
Ποτίζουν & σκαλίζουν τα χωράφια.
Φυτεύονται σπανάκια, φασόλια, κουνουπίδια.
«Χαρακώνουν» τ' αμπέλια. Καταπολεμούν τις ασθένειες τους.
Μάζεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς, κολοκυθιάς.
Μεταφορά κυψελών στο θυμάρι.
Απογαλακτισμός των ζώων, που είναι 3 μηνών.
Πρώιμο ζευγάρωμα προβάτων.



ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό Θεσσαλονίκης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα.
Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια.
Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.
Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»

ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών): Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ' ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ' το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ' του νιρό, να τρέχ' κι του μπιρικέτ' ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.



TΟ «ΣΤΙΦΑΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ». Η αρχή αυτού του εθίμου τοποθετείται, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όπως λέγεται, ένας χριστιανός, από τα Σπάτα Αττικής, κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψη και τη θανάτωσή του από τους Τούρκους με τη βοήθεια του Αγίου Πέτρου, γι' αυτό κι έταξε να θυσιάσει ένα μοσχάρι στη γιορτή του. Αλλά όταν ήρθε η μέρα αυτή, μετάνιωσε για το τάμα του και θυσίασε ένα αρνί. Το ταμένο όμως ζώο ήρθε μοναχό του και ξεψύχησε μπροστά στην εκκλησία. Το γεγονός αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και οι Σπαταναίοι άρχισαν από τότε να κάνουν θυσία κάθε χρόνο στον άγιο. Σήμερα αγοράζεται με κοινή εισφορά ένας μεγάλος αριθμός από βοοειδή και με το κρέας τους παρασκευάζεται «στιφάδο». Αντιμετωπίζουν μάλιστα σαν θαύμα το γεγονός, ότι τα μάτια δεν δακρύζουν από το πολύωρο καθάρισμα τόνων κρεμμυδιών. Το πρωί μετά τη θεία λειτουργία, μοιράζεται στους πανηγυριστές, αφού βράσει όλο το βράδυ σε μεγάλα καζάνια.



ΓΙΟΡΤΕΣ:

«Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Η γενέθλιος ημέρα της εκκλησίας του Χριστού. Την ίδια μέρα γίνεται μεσολογγίτικη γιορτή στη μνήμη και την ψυχανάπαυση των πεσόντων της Εξόδου, στο μοναστήρι του Αγίου Συμεών, στους πρόποδες του βουνού Ζυγός, κοντά στο Μεσολόγγι (τόπος συνάντησης των «Ελεύθερων πολιορκημένων», αν βέβαια τα είχαν καταφέρει).
«Του Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη ή Φανιστή ή Ριζικάρη ή Ριγανά» (24/6). Την ημέρα αυτή άναβαν φωτιές συνήθως σε σταυροδρόμια κατά γειτονιές, με ανταγωνιστική διάθεση, κάθε γειτονιά θέλει να ανάψει τη μεγαλύτερη φωτιά. Σ' αυτήν έριχναν και εύφλεκτα παλιοσύνεργα του χωρικού νοικοκυριού και απαραίτητα το μαγιάτικο στεφάνι.
Μικροί & μεγάλοι, πηδώντας τις φωτιές («φωτάρες»-Ίος), κάνουν και μια ευχή για καλή υγεία και απαλλαγή από το κακό. Η ευχή ήταν: «Πηδώ τον χρόνο τον παλιό και πάω στον πιο καλό».



ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

«Αρχές του θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή».
«Ο Μάης θέλει το νερό κι ο θεριστής (=Ιούνιος) το ξύδι».
«Όποιος έχει την κατάρα του παππού, πάει τον Μάη εργάτης κι όποιος έχει του πρωτόπαππου πάει τον Ιούνιο».
«Από το θέρος ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές».
«Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξίδι» [δηλ. Το κρασί που μπαίνει στα βαρέλια τον Οκτώβρη, ωριμάζει το Γενάρη αλλά τον Ιούνιο έχει γίνει πια ξίδι]
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος ...και στο αλώνισμα χαρές!»
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, στασιό δεν έχουν» [δηλ. Ο θερισμός, ο τρύγος και ο πόλεμος δεν επιτρέπουν ξεκούραση, μέχρι να τελειώσουν]
«Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν».
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής εχαίρονταν».
«Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε».
«Μη σε γελάσει ο βάτραχος και το χελιδονάκι, αν δε λαλήσει ο τζίτζικας, δεν είν" καλοκαιράκι».
«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη (Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
«Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι».



Πηγή:

Hellasforce.com

newsbomb.gr

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά Χριστός Ανέστη!! Χρόνια Πολλά!! Ο Πρόεδρος και τα μέλη του ΔΣ του συλλόγου μας, σας εύχονται το Αναστάσιμο Φ...