Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Θεσσαλία – Έθιμα Δωδεκαήμερου – Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς.



Θεσσαλία – Έθιμα Δωδεκαήμερου – Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς.




Η Θεσσαλία κινείται σε Χριστουγεννιάτικους ρυθμούς, κρατώντας τα εορταστικά έθιμα και τηρώντας τις παραδόσεις των κατοίκων της.

Το τάισμα της βρύσης

Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων, αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση “για να κλέψουν το άκραντο νερό” (άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή). Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα ήταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.


Τα Μπαμπαλιούρια

Στο Λιβάδι Ελασσόνας, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα και φωνάζοντας “Σουρβάσο”. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς ο επισκέπτης μπορεί να δει στο δρόμο τα “Μπαμπαλιούρια”. Τα “Μπαμπαλιούρια” είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που έχει τις ρίζες του στη Διονυσιακή λατρεία και αναβιώνει και στις μέρες μας. Η στολή τους αποτελείται από το “σαλβάρι”, ένα μάλλινο άσπρο παντελόνι, το οποίο στερεώνουν στη μέση με μια μάλλινη άσπρη ζώνη. Το πουκάμισο που φορούν από πάνω είναι συνήθως άσπρο με φαρδιά μανίκια σαν εκείνο των τσολιάδων. Στα πόδια φορούν άσπρες καλτσοδέτες και τσαρούχια. Στη μέση φορούν ένα χοντρό μάλλινο ύφασμα, διπλωμένο πολλές φορές, όπου επάνω δένουν τα μεγάλα και βαριά κουδούνια. Στο κεφάλι φορούν ειδική μάσκα, από προβιά ζώου, τη λεγόμενη “φουλίνα”. Η μάσκα αυτή είναι άσπρη ή μαύρη και έχει τρία ανοίγματα, δύο στα μάτια και ένα στο στόμα. Στα χέρια κρατούν ένα ξύλινο κυρτό σπαθί που συμπληρώνει τη φορεσιά του κάθε “Μπαμπαλιούρη”.

Έτοιμα πλέον τα “Μπαμπαλιούρια” περιμένουν να τελειώσει η Θεία Λειτουργία για να ξεχυθούν στους δρόμους. Μαζί τους είναι πάντα ο “αδελφογύρτης” ο οποίος κρατάει έναν κουμπαρά και μαζεύει τα χρήματα που προσφέρει ο κόσμος. Πριν ακόμη τελειώσει η Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία οι “Μπαμπαλιούρηδες” έχουν πάρει θέση έξω από τις τρεις ενορίες του χωριού. Βγαίνοντας ο κόσμος από την εκκλησία τους συναντά και αιφνιδιάζεται αφού περνούν το σπαθί στη μέση τους και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν βάλει χρήματα επάνω σ’ αυτό. Μόλις βάλουν τα χρήματα τα παίρνει ο αδελφογύρτης και τους εύχεται Καλή Χρονιά. Μετά τις εκκλησίες τα “Μπαμπαλιούρια” πηγαίνουν στην πλατεία, και με το δυνατό θόρυβο που προκαλούν τα κουδούνια τους, τραβούν την προσοχή των ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Φεύγοντας από εκεί, περνούν από τα καφενεία και τις καφετέριες του χωριού, και έπειτα ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό το έθιμο έχει σαν σκοπό να διώξει τα κακά πνεύματα, και να είναι ήσυχη και χαρούμενη η καινούρια χρονιά.

Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς σε όλα τα σπίτια κόβεται η κρεατόπιτα με το χρυσό φλουρί, το άχυρο και το πουρνάρι σε τόσα κομμάτια όσα είναι και τα μέλη της οικογένειας. Όποιος βρει το φλουρί θεωρείται ο τυχερός της καινούριας χρονιάς και λέγεται ότι θα ζήσει πλούσια. Όποιος βρει το άχυρο λένε ότι θα παντρευτεί γεωργό και όποιος βρει το πουρνάρι θα παντρευτεί βοσκό.


Η Γουρουνοχαρά

Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα σε πολλές περιοχές της Ελλάδος και της Θεσσαλίας είναι η γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά. Λέγεται πως, οι οικογένειες αγόραζαν το γουρούνι, από το μήνα Μάιο και το συντηρούσαν με κολοκύθια και πίτυρα, σε νερό, είτε στο ποτάμι. Το γουρούνι ήταν απαραίτητο για ένα αγροτικό σπίτι, καθώς από το γουρούνι έπαιρναν τη λίπα, το κρέας, τα λουκάνικα κι έφτιαχναν τα γουρνοτσάρουχα. Αποτελούσε ντροπή για το σπίτι εκείνο, που δεν είχε γουρούνι, καθώς θεωρούνταν παρακατιανό, φτωχό κι ανοικοκύρευτο.

Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα. Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Οικογένειες, συνήθως συγγενικές, καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της.

Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι’ αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως “γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά”. Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν “έλα να σφάξουμε το γουρούνι”, αλλά “έλα, έχουμε γουρουνοχαρά”. Το σφάξιμο των γουρουνιών δεν συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες κατά περιφέρειες. Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5-6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά, ανάλογα με την παρέα. Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, ημέρα του Αγίου Στεφάνου. Γι’ αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν “γρουνοστέφανος ή γουρουνοστέφανος”. Υπάρχουν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο, μετά τα Χριστούγεννα.

Κατά το έθιμο, η νοικοκυρά έδινε μικρή ποσότητα αναμμένης στάχτης και θυμίαμα στο σφαγέα, ο οποίος, αφού θυμιάτιζε τους εργαζόμενους και όλους τους άλλους, για να έχουν την ευλογία του Χριστού και να εξαφανιστούν οι καλικάντζαροι, έριχνε τη στάχτη με το θυμίαμα στο λαιμό του γουρουνιού, για να είναι ευλογημένο και καλό το κρέας του. Ένας άλλος έπαιρνε λίγο αίμα κι επάλειφε τα μικρά παιδιά στο πρόσωπο για να είναι γερά, ανθεκτικά στους ψύλλους, στις αρρώστιες, και να μην επηρεάζονται από τα κακά πνεύματα. Στη συνέχεια, οι άνδρες έγδερναν το γουρούνι, και το δέρμα, αφού το αλάτιζαν, το δίπλωναν στα τέσσερα και το κρατούσαν για να φτιάξουν τα γουρνοτσάρουχα για τις καλοκαιρινές δουλειές τους.

Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά τεμάχια. Το λίπος αυτό, αφού το έλιωναν πρώτα, το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί το θεωρούσαν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες. Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.

Στη συνέχεια, τεμάχιζαν το κρέας και τοποθετούσαν αλατισμένα τα κομμάτια σε πλιθάρια, που τα είχαν για φαγητό όλο σχεδόν το χειμώνα και τα μαγείρευαν με τραχανά και πλιγούρι. Επίσης έφτιαχναν και λουκάνικα έκοβαν τα πράσα σε μικρά-μικρά τεμάχια και τα είχαν έτοιμα να γεμίσουν τα λουκάνικα. Μετά το φαγητό, οι άνδρες έκοβαν το κρέας πάνω στην τάβλα, με τα ψαλίδια, το οποίο ανακάτευαν με τα τριμμένα πράσα και το έβαζαν σε χάλκινη κατσαρόλα και τα ζέσταιναν, αφού έριχναν συγχρόνως ρίγανη, πιπέρι και αλάτι. Στη συνέχεια περνούσαν τα λουκάνικα σ’ ένα ξύλινο δοκάρι και τα κρεμούσαν για να στεγνώσουν. Έφτανε πλέον το μεσημέρι. Η τάβλα ήταν έτοιμη για το φαγητό, με ντόπιο κρασί. Τσίπουρο έπιναν κατά την ώρα της δουλειάς.

Μετά, οι άνδρες έφευγαν για τα σπίτια τους, αλλά το βράδυ επέστρεφαν στο σπίτι του νοικοκύρη για να φάνε και να γλεντήσουν, να χαρούν και να απολαύσουν τους καρπούς του κόπου τους. Οι γυναίκες είχαν έτοιμα τα φαγητά, όπως πίτες- συνήθως με τυρί- κόκαλα βρασμένα, ψητό στη σχάρα κρέας και άφθονο κρασί από το αμπέλι. Τα μεσάνυκτα κι ύστερα από πολλά τραγούδια και χαρά, όπως κι ευχές προς το νοικοκύρη, έφευγαν για τα σπίτια τους.

Το έθιμο τηρήθηκε μέχρι το 1940. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά τα μεγάλα γεγονότα, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, ανέκοψαν τον ενθουσιασμό και ανέτρεψαν μια παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες. Σήμερα το έθιμο τηρείται και πάλι σε πολλά χωριά της Θεσσαλίας. Στις πόλεις όμως γιορτάζεται στις πλατείες των συνοικιών, με εκδηλώσεις κεφιού και γλεντιού, προσφέροντας άφθονο κρασί και ψημένο χοιρινό κρέας.

Στη Λάρισα γιορτάζεται η γουρουνοχαρά στην πλατεία της συνοικίας Φιλιππούπολης, ανάμεσα από τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κι αυτό γιατί είναι ένα έθιμο που το έχουν οι κάτοικοι της συνοικίας που έλκουν την καταγωγή τους από την Ανατολική Ρωμυλία, και συγκεκριμένα από την Φιλιππούπολη και το Καβακλί το σημερινό Τοπόλοβγκραντ. Οι γυναίκες της συνοικίας μαγειρεύουν παραδοσιακά φαγητά της Ανατολικής Ρωμυλίας, τα οποία είναι πικάντικα μαγειρεύονται με πολλά καρυκεύματα και μαζί με το ψημένο χοιρινό κρέας και άφθονο κρασί τα προσφέρουν στους επισκέπτες.

Το χριστουγεννιάτικο έθιμο των Φιλιππουπολιτών, ξεκινά από παραμονή Χριστουγέννων με τα παραδοσιακά κάλαντα και ολοκληρώνεται με την γουρουνοχαρά. Ομάδες παιδιών επισκέπτονται οικογένειες Φιλιππουπολιτών και λένε τα κάλαντα, τα οποία είναι ευχές για τον αφέντη, την κυρά, τα παιδιά, τους νέους, τον κυνηγό, για το αμπέλι, το σπίτι και άλλα. Τα παραδοσιακά κάλαντα τελειώνουν με τη προσευχή, η ομάδα των παιδιών και η οικογένεια λένε μαζί την προσευχή. Η νοικοκυρά προσφέρει κρασί και παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο φαγητό όπως «Καρβαβίτσα» γεμισμένο χοιρινό έντερο με χοιρινό κρέας και συκώτια, καβουρμά χοιρινό που μαγειρεύεται στο λίπος και «αρμιά», ολόκληρο λάχανο στην άλμη, μαγειρεμένο με χοιρινό κρέας.



Κάλαντα Χριστουγέννων από τη Μαγνησία.


Βγαίνουν οι Μάγοι τρέχοντας και τον αστέρα βλέπουν
φθάνοντες εις το σπήλαιον βλέπουν την Θεοτόκον
που βάστα στας αγκάλας της τον ακριβόν της τόκον.
Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.
Την σμύρναν δε ως άνθρωπον, χρυσόν ως βασιλέα,
τον λίβανον-ε ως Θεόν εις όλην την αυλαίαν.
Αφού τον προσεκύνησαν ιδού πάλι μισεύουν
και τον Ηρώδη μελετούν να παν για να τον εύρουν.
Πλην άγγελος εξ ουρανού βγαίνει τους εμποδίζει
άλλην οδόν να πορευτούν όπου Θεός ορίζει.
Και άλλος πάλι άγγελος τον Ιωσήφ προστάζει
να πάρει και την Μαριάμ εις Αίγυπτον να πάει.



Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Θεσσαλίας



Άγιος Βασίλης έρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει,

σαν φέτους παλληκάρια μου, σαν φέτους και του χρόνου.

Ιδώ σι τούτις τις αυλές τις μαρμαρουστρουμένες,

ν'ιδώ 'χουν χίλια πρόβατα κι πιντακόσια γίδια

ν'ιδώ 'χουν κι τουν πιστικό τουν καγκιλουφρυδάτου.

Ρε πιστικέ, ρε πιστικέ, ρε καγκελουφρυδάτι,

ρε τίνους είν' τα πρόβατα, ρε τίνους είν' τα γίδια;

Τ'αφέντη μ' είν' τα πρόβατα, τ' αφέντη μ ́κι τα γίδια

Τ'αφέντη μ' είν' κι του μαντρί του μαρμαρουστρουμένου.

Σαν τα μιρμήγκια πιρπατούν, σαν τα μιλίσσια βάζουν,

Μι την φλουγέρα τα λαλούν, απ' του προυί ως του βράδυ.

Κι' να μικρό μικρουτσικο, μικρό κι χαϊδεμένου

μικρό του έχ' η μάνα του, μικρό κι ου μπαμπάς του

του έλουζι, του χτένιζι κι στου σκουλειό του στέλνει

κι ου δάσκαλος του καρτιρεί μι την χρυσή την βέργα.

Παραπουνέθκε το πιδι, στην μάνα του πααίνει.

Πιδί μου πού 'ν' τα γράμματα, πιδί μου πού 'ν' ο νους σου

τα γράμματα είνι στου χαρτί κι ου νους μου στα πιγνίδια.





Πηγή:

topoikaitropoi.gr

domnasamiou.gr

flute-mania.com

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

Τα πιο γνωστά έθιμα της Μακεδονίας για τα Χριστούγεννα – κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς



Τα πιο γνωστά έθιμα της Μακεδονίας για τα Χριστούγεννα – κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς




Από το Χριστόψωμο μέχρι τα Ραγκούτσια

Μάσκες, κουδούνια και προβιές αλλά και προετοιμασίες με ιδιαίτερη φροντίδα για τον νεογέννητο Χριστό, μουσικές και κάλαντα, γεύση μελιού, άρωμα κανέλας και σύννεφα από άχνη κυριαρχούν στα χριστουγεννιάτικα έθιμα που αναβιώνουν αυτό το διάστημα στις περιοχές της Μακεδονίας. Στοιχεία που επέζησαν στο χρόνο και αντιστέκονται με πείσμα στους καιρούς, ξυπνούν παιδικές μνήμες και μεταφέρονται στην επόμενη γενιά ως αναπόσπαστο κομμάτι της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης.

Χριστόψωμο και Χριστόξυλο δανείζονται το όνομά τους από τον ίδιο το Χριστό και μεταφέρουν μηνύματα για καλή τύχη, καλή χρονιά και καλή σοδειά στα χωράφια. Η παράδοση λέει ότι ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και τους αγρούς για να εντοπίσει το καλύτερο, το ομορφότερο και το μεγαλύτερο ξύλο από πεύκο ή ελιά που θα πάρει την θέση που του αξίζει στην εστία του σπιτιού και θα καίει από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα. Ο συμβολισμός είναι προφανής και σύμφωνα με αυτόν, το Χριστόξυλο θα κρατήσει ζεστό το σπιτικό για την έλευση του Θείου Βρέφους, αποτελώντας, παράλληλα, σημείο συνάντησης για όλη την οικογένεια που θα το υποδεχτεί.

Οι συμβολισμοί όμως δεν σταματούν εκεί, αφού το έθιμο προβλέπει μια τελετουργία για τον καθαρισμό του τζακιού προτού τοποθετηθεί εκεί το Χριστόξυλο, ώστε να απαλλαγεί από κάθε κακοδαιμονία αλλά και να αποτρέψει τους καλλικάντζαρους να κατεβούν από την καμινάδα. Η στάχτη, άλλωστε, που δημιουργείται στο τζάκι κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου δεν πάει ούτε αυτή χαμένη, αλλά σκορπίζεται γύρω από το σπίτι, στους αγρούς και τα χωράφια καθώς θεωρείται ότι έχει την ιδιότητα να διώχνει την κακοτυχία.

Ξεχωριστή θέση στα έθιμα των Χριστουγέννων κατέχει και το Χριστόψωμο που σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας φέρει και την ονομασία «το μέλωμα του Χριστού». Το ψωμί παρασκευάζεται την παραμονή με ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρύφαλλα, υπό τους ήχους των στίχων: «ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει». Αφού ψηθεί, τοποθετείται στο τραπέζι του σπιτιού, προτού πάει η οικογένεια στην εκκλησία, ώστε να βρει τροφή ο νεογέννητος Χριστός. Το έθιμο έχει την τιμητική του στην περιοχή της Αρναίας Χαλκιδικής όπου οι κάτοικοι παρασκευάζουν ένα τεράστιο Χριστόψωμο βάρους πολλών δεκάδων κιλών που μοιράζεται με μέλι, καρύδια και κρασί στους κατοίκους, συνοδεία μουσικής και τοπικών χορωδιών.

Την επόμενη μέρα το γιορτινό τραπέζι προμηνύει μεγάλο φαγοπότι, μαζί με μουσική, χορό και τραγούδι. Χοιρινή τηγανιά, λαχανοντολμάδες που συμβολίζουν τα σπάργανα του Χριστού και κοτόσουπα φιλοξενούνται στο πλούσιο γεύμα ενώ η παράδοση δεν επιτρέπει στις νοικοκυρές να σηκώσουν το τραπέζι γιατί κυριαρχεί η δοξασία ότι θα καθίσει ο Χριστός να φάει. Έτσι το τραπέζι μαζεύεται το επόμενο πρωί. Ανάλογα με την περιοχή, το μενού διαφοροποιείται και στις Σέρρες, για παράδειγμα, περιλαμβάνει ψητό γουρουνόπουλο, τουρσί, σαρμάδες κ.α. Στην ίδια περιοχή οι άνδρες της γειτονιάς αναβιώνουν το έθιμο Σούρβα και κρατώντας αναμμένα ξύλα και κεριά λένε τα κάλαντα στα σπίτια. Στο τέλος πηγαίνουν έξω από το χωριό για κάψουν τα ξύλα που κρατούσαν.

Έντονο είναι το στοιχείο της προσμονής και στα «Κόλιντα Μπάμπω» που είναι ιδιαίτερα προσφιλές έθιμο στις περιοχές της Πέλλας και της Ημαθίας ενώ λέγεται «Κόλιντα Μπάμπω» στην Εορδαία. Η ονομασία του σημαίνει «σφάζουν γιαγιά» και σύμφωνα με αυτό οι κάτοικοι μιας περιοχής ανάβουν φωτιές και φωνάζουν «Κόλιντα Μπάμπω» για να μάθουν οι άνθρωποι για τη σφαγή του Ηρώδη και να προστατευτούν. Πρόκειται όμως, ουσιαστικά, για κάλαντα που ψάλλονται στις περισσότερες περιοχές της Μακεδονίας, άλλοτε από παιδιά, άλλοτε από νέους, άλλοτε από ηλικιωμένους που δέχονται για κέρασμα γλυκίσματα, μελομακάρονα, καρύδια και κρασί. Δεν είναι, όμως, μόνο οι χορωδίες που διαφοροποιούνται ανάλογα με τον τόπο αλλά και το περιεχόμενο του τραγουδιού καθώς ανάλογα με την περίσταση απευθύνονται σε νέους, γέρους, νιόπαντρα ζευγάρια, ανύπαντρες γυναίκες κ.α. και προμηνύουν μεν τον ερχομό του Θεανθρώπου, απευθύνουν δε ευχές στον κύρη ή την κυρά του σπιτιού.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Χριστουγεννιάτικων εθίμων της Μακεδονίας είναι οι μεταμφιέσεις που κατάφεραν να διατηρηθούν μέχρι σήμερα από τον προχριστιανικό κόσμο, προσαρμοζόμενες στη χριστιανική πίστη και αλλάζοντας ονομασίες ανά περιοχή: ραγκούτσια στη Χαλάστρα της Θεσσαλονίκης, ρουγκάτσια στην Ημαθία, ραγκουτσάρια στην Καστοριά, μπουμπουσάρια στη Σιάτιστα Κοζάνης, μωμόγεροι στο Κιλκίς και την Κοζάνη, κουδουνοφόροι στο Σοχό, αράπηδες και μπομπόγερα στη Δράμα.

Η παράδοση της Μακεδονίας για τα ραγκούτσια αναφέρει ότι επί τουρκοκρατίας οι τουρκικές αρχές αδυνατούσαν να αστυνομεύσουν τις περιοχές από τις επιθέσεις ληστών και για το λόγο αυτό ανέθεταν σε ομάδες Ελλήνων να προφυλάξουν τους κατοίκους. Έτσι, νέοι από χωριά της περιοχής γύριζαν τις μέρες του 12ήμερου τα χωριά, ντυμένοι με φουστανέλες, φέροντας σπαθιά και παίζοντας ζουρνάδες και νταούλια. Ο ρόλος τους ήταν να προστατεύουν τα χωριά και για το έργο αυτό εισέπρατταν ως αντίτιμο δώρα ή οτιδήποτε είχαν οι χωρικοί: κρασί, κρέας, καλαμπόκι και σιτάρι.

Στην περίπτωση των μωμόγερων, το έθιμο προέρχεται από Πόντιους πρόσφυγες και η ονομασία του προέρχεται από τις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος. Οι πρωταγωνιστές του φορούν προβιές ζώων και μάσκες ενώ ιδιαίτερο είναι το ενδιαφέρον ενός δρώμενου όταν συναντώνται διαφορετικές ομάδες μωμόγερων που οφείλουν να αντιπαρατεθούν σε μια μάχη όπου θα κερδίσει ο καλύτερος και ο χαμένος θα δηλώσει υποταγή.

Έντονα θεατρικά στοιχεία χαρακτηρίζουν και το έθιμο της γκαμήλας που αναβιώνει στα Γιαννιτσά αλλά και σε άλλες περιοχές της κεντρικής Μακεδονίας όπως η Γαλάτιστα Χαλκιδικής αλλά και η Θέρμη Θεσσαλονίκης. «Απόψε μας κλέψαν τη Μανιώ τρεις τούρκοι Αρβανιτάδες», λέει το τραγούδι, με το οποίο ξεκινά η αναβίωση του εθίμου που έχει τις ρίζες του στην εποχή της τουρκοκρατίας και περιγράφει μια ιστορία αγάπης. Ο αγαπημένος της όμορφης Μανιώς είναι αποφασισμένος να την πάρει πίσω. Έτσι σκαρφίζεται την ιδέα να φτιάξει ένα ομοίωμα καμήλας, στο οποίο μπαίνει ο ίδιος και οι φίλοι του. Η καμήλα και το «περιεχόμενό» της φτάνουν στον τούρκικο μαχαλά και οι νέοι κερνούν κρασί και ρακί τους φρουρούς που κρατούν τη Μανιώ. Οι φρουροί μεθούν κι αφήνουν αφύλακτο το σπίτι, όπου βρίσκεται η νεαρή κοπέλα. Οι νέοι ελευθερώνουν τη Μανιώ, την κρύβουν στην καμήλα και τη φέρνουν πίσω. Κανονίζουν, μάλιστα, να γίνει γρήγορα ο γάμος του ζευγαριού κι έτσι την επομένη νταούλια και ζουρνάδες βγαίνουν στους δρόμους για να γιορτάσουν όλοι τα ευχάριστα.

Την αυλαία των χριστουγεννιάτικων εθίμων κλείνουν φαντασμαγορικά οι κλαδαριές, φωτιές που ανάβουν την παραμονή των Χριστουγέννων στη Νέα Μεσήμβρια, τη Φλώρινα, τη Σιάτιστα, την Κοζάνη και αλλού και συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Και αν κάποτε αυτές οι παραδόσεις ζέσταιναν τις σχέσεις των ανθρώπων και κατάφερναν να τους φέρουν πιο κοντά, σήμερα, εκτός από αυτό, καταφέρνουν να προσελκύσουν πλήθη επισκεπτών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό σε μια γνωριμία με την ιστορία και τα ήθη κάθε τόπου.

Κοινός παρονομαστής στην πορεία του χρόνου και την αναβίωση των χριστουγεννιάτικων εθίμων είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν να συνεχίσουν την παράδοση, οι παλαιότεροι που ανασύρουν τα στοιχεία και τα συναισθήματα από τις μνήμες των παιδικών τους χρόνων και οι νεότεροι που παίρνουν τη σκυτάλη για να τα μεταφέρουν στα δικά τους παιδιά.


Χριστουγεννιάτικα κάλαντα Μακεδονίας

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γιννιέτι. (δις)

Γιννιέται κι βαφτίζιτι,
στους ουρανούς απάνου. (δις)

Όλοι οι Αγγέλοι χαίρουντι,
κι όλοι δοξολογιούντι. (δις)

Και τα δαιμόνια σκάζουνε,
και σκάζουν και πλαντάζουν. (δις)

Σε τούτο το σπίτι πού ‘ρθαμε,
μι μάρμαρου στρουμένου. (δις)

anagnostirio.gr



Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Μακεδονίας

Ήρθε πάλι νέο έτος εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετίσω δούλος σας ο ταπεινός.

Ο Βασίλειος ο Μέγας, ιεράρχης θαυμαστός
εις την οικογένειά σας να ‘ναι πάντα βοηθός.

Τα παιδιά εις το σχολείο να πηγαίνουνε συχνά
να μαθαίνουνε το βίο, της πατρίδας τα ιερά.

Και για τους ξενιτεμένους έχω να σας πω πολλά
σας αφήνω καληνύχτα και του χρόνου με υγειά.





Πηγές:

typosthes.gr

greekstixoi.gr

anagnostirio.gr

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Παλαιά νοσταλγικά έθιμα του Δωδεκαημέρου στην Ήπειρο – Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς



Παλαιά νοσταλγικά έθιμα του Δωδεκαημέρου στην Ήπειρο – Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς



Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος






Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο ονομάζεται η περίοδος των 12 ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί των Θεοφανείων, στις 6 Ιανουαρίου. Τα παλαιά έθιμα στην Ήπειρο, κάποια από τα οποία διασώζονται ως τις ημέρες μας, περιείχαν το πνεύμα των ανθρώπων των παρελθουσών εποχών.

Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε νοικοκύρης έφερνε στο σπίτι του ένα χοντρό ξύλο, κομμένο από δέντρο αγκαθωτό, αχλαδιά, αγριοκερασιά κ.α. Τα αγκαθωτά δένδρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα. Επίσης, έκαιγαν λιβάνι ή αλάτι στη φωτιά, ή κρεμούσαν ένα κατωσάγονο χοίρου στην καμινάδα. Άλλοι θέλοντας να τους εξαπατήσουν, μια και οι καλικάντζαροι θεωρούνταν κουτοί, έδεναν στο κρικέλι της πόρτας ένα σκουλί λινάρι. Ώσπου να μετρήσει ο δαίμονας τις ίνες του λιναριού, θα λαλούσε ο πετεινός.

Δοξασία περί καλικάντζαρων στη Θεσπρωτία

Στην αρχαία Θεσπρωτία υπήρχε µια δοξασία, συνδυασμένη και με το νεκρομαντείο της Εφύρας, σύμφωνα με την οποία ο κόσµος πίστευε, ότι οι ψυχές των πεθαµένων ξαναγύριζαν για ένα διάστηµα στη γη και έµεναν κοντά στους ζωντανούς, όπου προσπαθώντας να ξεφαντώσουν γίνονταν ενοχλητικοί µε τα πειραγµατά τους. Η τουρκοκρατία βοήθησε να ενισχυθεί και να συνεχιστεί η πίστη σ΄αυτά τα όντα. Η τυφλή υποταγή των ανθρώπων στη δεισιδαιμονία, βοήθησε να φτάσει ο µύθος των καλικάντζαρων ως τις µέρες µας. Με βάση τη λαϊκή φαντασία, ο καλικάντζαρος κατά τόπους εµφανίζεται µε ανθρώπινη µορφή, τριχωτό δέρµα, άλλοτε τυφλός, άλλοτε µονόφθαλµος, κουτσοπόδαρος, τραγοπόδαρος, ψηλός, λιγνός µε σιδερένια παπούτσια, ξεπλατισµένος, κωµικός πάντα στην εµφάνιση και στην περπατησιά. Πότε δεν κόβει τα νύχια του και είναι πάντα άσχηµος. Σύµφωνα µε µια παλιά δοξασία στη Θεσπρωτία, αλλά και στην υπόλοιπη Ήπειρο, όποιος γεννηθεί µεταξύ Χριστουγέννων και Αγίου Βασιλείου, µετά το θάνατό του γίνονταν καλικάντζαρος. Αυτό ίσως εξηγεί και γιατί στην Θεσπρωτία νόμιζαν ότι υπήρχαν σχεδόν σε όλα τα χωριά “καλικάντζαροι”. Οι καλικάντζαροι εµφανίζονται στις γιορτές του δωδεκαηµέρου και έρχονται κάτω από τη γη, όπου κατοικούν τον υπόλοιπο καιρό. Σύµφωνα µε την παράδοση, οι καλικάντζαροι που µισούν τους ανθρώπους, προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που στηρίζεται η γη αλλά δεν προλαβαίνουν, γιατί έρχεται ο αγιασµός των Θεοφανείων και έτσι εξαφανίζονται πάλι στα τάρταρα.


Τα “Χοιροσφάγια”

Την παραμονή ή προπαραμονή των Χριστουγέννων, έχουν προηγηθεί τα “χοιροσφάγια”, η σφαγή των γουρουνιών, που το παχύ τους κρέας και το λίπος ήταν η κατάλληλη τροφή για το χειμώνα. Το σφάξιμο ήταν πραγματική ιεροτελεστία, τέτοια που παραπέμπει σε αρχαίες θυσίες. Μ’ ένα θυμιατήρι θυμιάτιζαν το σφάγιο και έβαζαν στο στόμα του ένα κρεμμύδι. Τα παιδιά περίμεναν αυτό το γεγονός με ιδιαίτερη ανυπομονησία. Έπαιρναν την ουρήθρα του ζώου και την έκαναν μπάλα. Τη χτυπούσαν πρώτα σε μια πέτρα για να καθαριστεί από τα λίπη. Μετά τη φούσκωναν και την έδεναν καλά. Μια πραγματική δερμάτινη μπάλα! Τα γουρούνια, ή γ’ρούνια, ήταν πραγματικός θησαυρός για την οικονομία του σπιτιού την εποχή εκείνη. Κατ’ αρχήν έφτιαχναν τον πατσά, που θα έτρωγαν όμως την ημέρα των Φώτων. Με το δέρμα του κατασκεύαζαν αυτοσχέδια παπούτσια, τα γουρνοτσάρουχα. Το λίπος του το έλιωναν, το αποθήκευαν σε βαρέλια ξύλινα (κάδοι) και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική, καθώς το λάδι ήταν δυσεύρετο. Τα μικρά κομμάτια του λίπους που δεν έλιωναν τελείως, καθώς είχαν λίγο κρέας, τα φύλαγαν για άλλες χρήσεις. Τις τσιγαρίδες όπως τις έλεγαν, τις έβαζαν στις πίττες ή στη μπομπότ, ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι, για να νοστιμίσουν. Το κρέας του γουρουνιού το έκαναν παστό ή λουκάνικα, τις λουκανίτσες. Για να τις φτιάξουν ψιλόκοβαν πρώτα το κρέας, το ανακάτευαν με ψιλοκομμένα πράσα και κρεμμύδια, έριχναν ρίγανη και τα κρεμούσαν στο ταβάνι του κελαριού σε θηλιές.

Τα αναμμένα δέντρα

Στα χωριά κυρίως της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό, που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού. Αυτό συμβολίζει τους ποιμένες, που προσκύνησαν το Χριστό. Όταν γεννήθηκε ο Ιησούς και πήγαν, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Στα Γιάννινα δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί του πουρναριού αναμμένο στο χέρι τους, αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!» Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει.

Το Χριστόψωμο

Το «ψωμί του Χριστού» το έφτιαχνε, την παραμονή των Χριστουγέννων, η νοικοκυρά με ιδιαίτερη ευλάβεια και με ειδική μαγιά (από ξερό βασιλικό κ.λ.π.). Απαραίτητος επάνω, χαραγμένος ο σταυρός. Γύρω – γύρω διάφορα διακοσμητικά σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών. Την ημέρα του Χριστού, ο νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ’ όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. (Μερικοί εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας. Όπως ο Χριστός έδωσε τον άρτο της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του…). Γύρω από το χριστόψωμο υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Αναφέρονται στην ενότητα της Εκκλησίας και των λαών, με συμβολικό πρότυπο την ένωση των κόκκων του σίτου σ΄ ένα ψωμί. Οι λαοί κάποτε θα ενωθούν μ’ ένα ποιμένα, το Χριστό. Τα χριστόψωμα, τα έκοβε στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης, σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος «χρόνια πολλά και του χρόνου». Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς. Σε κάποια χωριά της Ηπείρου τα χριστόψωμα, τα έφτιαχναν κεντημένα με ωραία σχήματα, που γίνονταν πάνω στο ζυμάρι με διάφορα ποτήρια, μικρά ή μεγάλα ή κούπες από βελανίδια, τα οποία συμβόλιζαν την αφθονία, που ήθελαν να έχουν στην παραγωγή των ζώων και της σοδειάς του σπιτιού τους. Μερικοί συνήθιζαν στη μέση του χριστόψωμου να βάζουν ένα άβαφο αυγό που συμβόλιζε τη γονιμότητα.

ΟΙ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ

Σε όλα τα σπίτια, στα χωριά της Ηπείρου, παραμονές Χριστουγέννων θα έπλαθαν και θα έψηναν τις τηγανίτες. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι κοντά στην φωτογονία, η μητέρα και τα κορίτσια έπλαθαν το έτοιμο ζυμάρι. Μετά το έριχναν στη μεγάλη τηγάνα που ήταν γεμάτη καυτό λάδι πάνω στη φωτιά, για να ψηθεί. Η πρώτη τηγανίτα, μεγάλη και στρογγυλή με σταυρό στη μέση ήταν του Χριστού, η δεύτερη παρόμοια του σπιτιού κ.λ.π. Τις ψημένες τηγανίτες τις έβαζαν μέσα σε μπουρέκια (στρογγυλά μπακιρένια ταψιά) και σε λεκάνες. Η ποσότητα του ζυμαριού, που θα γινόταν τηγανίτες ήταν αρκετή και πάντοτε ανάλογη με τον πληθυσμό της φαμελιάς. Η φωτιά για τις τηγανίτες έπρεπε να είναι δυνατή και να έχει διάρκεια. Γι αυτό ο πατέρας είχε σκίσει σκίζες τα χοντρά κούτσουρα. Ήταν η καλύτερη καύσιμη ύλη για την περίπτωση.

Χριστουγεννιάτικο στεφάνι

Σε ορισμένα χωριά συνήθιζαν να κρεμάνε στους τοίχους και τις εξώπορτες ολόκληρες πλεξούδες από σκόρδα που πάνω τους καρφώνουν μοσχοκάρφια, δηλαδή γαρυφαλλάκια για να διώξουν την κακογλωσσιά που «καρφώνει» την ευτυχία του σπιτιού τους. Διακοσμημένο με Χριστουγεννιάτικα στολίδια, το στεφάνι από έλατο στην εξώπορτα, εκτός από το καλωσόρισμα στους καλεσμένους, φέρνει τύχη στο σπίτι.



Το κυνήγι τα Χριστούγεννα



Κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών πριν τα Χριστούγεννα, στα χωριά, τα περισσότερα παιδιά βγαίνανε κυνήγι. Τα βράδια, όταν το σούρουπο έπεφτε για καλά και το κρύο άρχιζε να τσούζει, παίρνανε το “φακό” με καινούργια “πλάκα” και γυρίζανε στα χαλάσματα και στα σπήλια κοντά στο χωριό. Στόχος τους οι γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Αν ήταν πολύ ψηλά, τα χτυπούσανε με τις λαστιχιέρες (σφεντόνες). Η μάνα ή κάποια μεγάλη αδερφή, μετά από πολλή γκρίνια τους, τα καθάριζαν και τα πάστωναν. Τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα, για να τα φάνε τα Χριστούγεννα. Πολλά παιδιά μάζευαν είκοσι και περισσότερα πουλάκια και καμάρωναν για τις … κυνηγετικές ικανότητες τους και για την σοδειά τους. Και όταν ζύγωναν οι γιορτές, άρχιζαν οι παραδοσιακές ετοιμασίες. Το σπίτι έπρεπε να βάλει τα γιορτινά του και όλο το χωριό να καθαριστεί και να ετοιμαστεί, για να υποδεχτεί τους ξενιτεμένους του που θα έρχονταν να κάνουν γιορτές με τους δικούς τους.

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα ή κάλανδα, κόλιαντρα, παραμονή των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων είναι ευχετικά και επαινετικά τραγούδια για την οικογένεια και το σπιτικό και συγχρόνως η μελοποιημένη αφήγηση του γεγονότος της ημέρας. Με την προθυμία της αγνότητας και τη διάθεση της γνωριμίας με τις χαρές της ζωής είναι πάντοτε τα παιδιά, που συνήθιζαν να κρατούν και ένα καλαθάκι για τα «φιλέματα». Τα φιλέματα στην ελληνική ύπαιθρο ήταν κυρίως γλυκά: δίπλες, ξεροτήγανα, λουκουμάδες, αλλά και ξηροί καρποί, κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Από τα πιο συνηθισμένα φιλοδωρήματα ήταν τα «κόλιντρα», μικρές κουλούρες από σιτάρι ή κριθάρι. Η αμοιβή των καλανδιστών δεν είναι ούτε φιλανθρωπία, ούτε ζητιανιά, αλλά πράξη τελεστική. Την ονομασία τους, την πήραν από την λατινική λέξη calenda, που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ. Παιδιά, κατά ομάδες, περιφέρονταν και περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν τα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και μερικά και την Περιτομή του Χριστού. Το έθιμο αυτό προϋπήρχε στην Ελλάδα, πριν από την Ρώμη. Σήμερα η ανταμοιβή για τους ύμνους και τις ευχές είναι κυρίως χρηματική και διάφορα κεράσματα.

Η Πρωτοχρονιά

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας – δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του – και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι, για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη, για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: “με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά”. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες, αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Τα Θεοφάνεια

Τα Θεοφάνεια ή Φώτα ή Επιφάνεια γιορτάζουμε την βάπτιση του Ιησού Χριστού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή. Ο αγιασμός γίνεται για πρώτη φορά την παραμονή των Θεοφανίων και λέγεται «Μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». Με την Πρωτάγιαση, ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών για να φύγει μακριά κάθε κακό. Παλαιότερα, οι λαϊκές δοξασίες συνέδεαν τον φωτισμό των σπιτιών με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν να φεύγουν περίτρομοι με την έλευση του ιερέα. Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα τα Θεοφάνεια στις 6 Ιανουαρίου. Μια μεγάλη πομπή σχηματίζεται και παίρνει το δρόμο που οδηγεί στη θάλασσα ή σε κάποιο ποτάμι, μπορεί και σε μια δεξαμενή. Μπροστά τα εξαπτέρυγα, πίσω οι παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα οι αρχές του τόπου και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με τη μουσική και τη στρατιωτική παράταξη. Όταν γίνει ο αγιασμός, ρίχνει ο παπάς το σταυρό στο νερό, πραγματοποιώντας έτσι τον αγιασμό των υδάτων. Νεαρά κυρίως άτομα βουτούν στα παγωμένα νερά για να πιάσουν τον Σταυρό και να λάβουν την ευλογία του ιερωμένου, αλλά και να δεχθούν τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών τους. Οι καμπάνες ηχούν χαρμόσυνα. Όλοι οι πιστοί πίνουν με ευλάβεια από τον αγιασμό, συμβολικά με τρεις γουλιές, και ραντίζουν μ’ αυτόν τα σπίτια, τα δέντρα, τα χωράφια και τα ζώα τους. Για τα Φώτα ο λαός πιστεύει πως είναι ο καιρός, η γιορτή που φεύγουν οι καλικάντζαροι γιατί φοβούνται την αγιαστούρα του παπά. Ο τρόμος τους αρχίζει από την παραμονή των Φώτων που γίνεται ο μικρός αγιασμός. Γι αυτό και το έθιμο του λαού λέει:

Στις πέντε του Γενάρη

Φεύγουν οι καλικαντζάροι.

Αλλά ο μεγάλος τους τρόμος είναι τα Φώτα. Φεύγουν τότε λέγοντας:

Φεύγετε να φεύγουμε

κι έφτασε ο τουρλόπαπας

με την αγιαστούρα του

και με τη βρεχτούρα του…


Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει άλλωστε και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Ο αγιασμός έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία αυτή έννοια δεν είναι αυστηρά χριστιανική, αλλά έχει τις ρίζες της στην αρχαία λατρεία.

Ηπειρώτικα Χριστουγεννιάτικα παραδοσιακά κάλαντα

Ελάτε εδώ γειτόνισσες
Και εσείς γειτονοπούλες,
Τα σπάργανα να φτιάξουμε
και το Χριστό ν’ αλλάξουμε.

Τα σπάργανα για το Χριστό,
Ελάτε όλες σας εδώ.

Να πάμε να γυρίσουμε
Και βάγια να σκορπίσουμε
Να βρούμε και την Παναγιά
οπού μας φέρνει τη χαρά.

Τα σπάργανα για το Χριστό,
ελάτε όλες σας εδώ.

Κοιμάται στα τριαντάφυλλα,
γεννιέται μες στα λούλουδα.
Γεννιέται μες στα λούλουδα
κοιμάται στα τριαντάφυλλα.

Τα σπάργανα για το Χριστό,
ελάτε όλες σας εδώ.
Τα σπάργανα να φτιάξουμε
και το Χριστό ν’ αλλάξουμε.


Ηπειρώτικα παραδοσιακά κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Αρχιμηνιά Πρωτοχρονιά, πρώτη του Γεναρίου
που είναι του Χριστού γιορτή και του Αϊ-Βασιλείου.

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι,
το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.
«Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις.»
«Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω.»
«Βασίλη ξέρεις γράμματα, πες μας την αλφαβήτα.»
Και το ραβδί τ’ εβλάστησε και έβγαλε κλωνάρια
και πάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν.

Χρόνια πολλά.



Πηγή:

vimaorthodoxias.gr

helppost.gr

domnasamiou.gr

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

ΤΟ ΣΑΝΤΙΚΛΕΡΙ : H ιστορία του και οι στίχοι του τραγουδιού

 

ΤΟ ΣΑΝΤΙΚΛΕΡΙ : H ιστορία του και οι στίχοι του τραγουδιού

 


"Φοράς το σαντικλέρι και όλο σάζεσε" ,έτσι λέει ένα παραδοσιακό τραγούδι.

Το σαντικλέρι ήταν ένα μακρύ ίσιο φουστάνι με ζωνίτσα ή μη που φορούσαν περίπου μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνος, στη Μικρά Ασία και στα νησιά.Θα έλεγα ότι ήταν το κλασικό (όχι μόδας ) φουστάνι.Από χρόνια που ασχολούμαι με τη λαογραφία της Ικαρίας βρήκα γυναίκες που το ήξεραν ,η Ιωάννα Δημητριάδου το γένος Πρωίου γεννημένη το 1911 και η Μαρίκα Μουλά νεώτερη της πρώτης και οι δύο από τις Ράχες Ικαρίας.Η Αργυρώ Μαλαχία("Μαλαχιού") γεννημένη το 1905 από τον Μαγγανίτη Ικαρίας, νέα το είχε φορέσει.Μια άλλη πληροφορία έχω από πρώτης γενιάς μικρασιάτισσα ,που μάλιστα το είπε "σαντικλέρ".Οι καριώτες είχαν έτσι κι αλλιως στενές επαφές με την Σμύρνη .Και τα άλλα νησιά απέναντι από τα παράλια δέχτηκαν επίδραση.

Η φωτογραφία που δημοσιεύω είναι από το βιβλίο, ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΡΙΩΤΕΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ.Έκδοση του φεστιβάλ Ικαρίας.Εικονίζεται ο Δημήτρης Τσαρνάς με την οικογένειά του το 1920.Η ηλικιωμένη γυναίκα φοράει σαντικλέρι.

 

Σαντικλέρι

Αργιλαμάς Γλεντιστάδων Μυτιλήνης


Φοράς το σαντικλέρι και όλο σάζεσαι (2)

να μας τρελάνεις θέλεις, δεν το στοχάζεσαι (2)

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Βγάλ’τα τα μαύρα, βγάλ’ τα, και βάλε κόκκινα (2)

Και γίνε γυφτοπούλα, και πούλα κόσκινα (2)

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Βγάλ΄τα τα μαύρα, βγάλ’ τα, και βάλε θαλασσιά (2)

Και θα σε περιμένω στην ακροθαλασσιά (2)

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Παραπονιάρικο μου, τι έχεις κι όλο κλαις (2)

Και το παράπονο σου σε μένα δεν το λες (2)

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Αν θέλεις να την έχεις πάντα την εμορφιά (2)

Βάλε την άλλη φούστα, που ‘χει τον φραμπαλά (2)

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Αν θέλεις να την έχω πάντα την έννοια σου (2)

Βάλε την άλλη φούστα, την κουκουρένια σου (2)

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

Τρια λαλαλα λαλα λαλαλα λαλαλα λαλο

 

Πηγή : Κωνσταντίνος Καλέργιος, ερευνητής.

Ο Δεκέμβριος στην Παράδοση



Ο Δεκέμβριος στην Παράδοση




Ο χρόνος για τους Ρωμαίους άρχιζε από τον Μάρτιο. Έτσι ο Δεκέμβριος ήταν ο Δέκατος μήνας του χρόνου. Αυτό ακριβώς σημαίνει και το όνομά του που προέρχεται από τη λατινική λέξη decem που σημαίνει δέκα. Δωδέκατος μήνας έγινε στο Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Ο Δεκέμβριος αντιστοιχεί στο Αττικό ημερολόγιο με το μήνα Ποσειδώνα (12 Δεκεμβρίου - 10 Ιανουαρίου). Ο λαός μας τον λέει και Χριστουγεννιάτη, Χιονιά, Βρομαλίτη, Χριστουγεννάρης, Χριστουγεννάς, Άσπρος ή Ασπρομηνάς, Χιονιάς.


Γιορτές και Έθιμα

Της Αγίας Βαρβάρας (4 Δεκεμβρίου).

Σε πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας «φτιάχνουν μια μεγάλη μελόπιτα, που την τοποθετούν στο τρίστρατο της γειτονιάς. Εκεί πηγαίνει ο ιερέας να την ευλογήσει. Η νοικοκυρά κόβει την πίτα και τη μοιράζει στους περαστικούς». Η έκθεση στο τρίστρατο και η προσφορά στον κόσμο θυμίζει τα δείπνα της Εκάτης, που τη λάτρευαν ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία ως «τριοδίτιν» και «ενοδία» θεά.

Του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου).

Είναι ο προστάτης των ναυτιλλομένων. Σύμφωνα με τις παραδόσεις, «τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα από την άλμη και τα γένια του στάζουν θάλασσα». Είναι ο κύριος των ανέμων και της τρικυμίας.

Του Αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκεμβρίου).

Τιμάται κατεξοχήν στην Κέρκυρα.

Με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεφτε το 19ο αιώνα στις 9 του Δεκέμβρη. Οι άνθρωποι είχαν προσέξει αυτή τη σταδιακή αύξηση του φωτός από αυτή τη μέρα - αφού ο Ήλιος και το φως έπαιζαν και παίζουν, σημαντικό ρόλο στη ζωή μας.

Παρετυμολογώντας, λοιπόν, το όνομα της Αγίας Άννας, η μέρα παίρνει μια «ανάσα» ή γίνεται «άνετη», του αγίου Σπυρίδωνα, που γιορτάζει στις 12 Δεκεμβρίου, έλεγαν:
«Απ' του αγίου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα κατά ένα σπυρί».

Στις 19 Δεκεμβρίου, παραμονή του άγιου Ιγνάτιου, η αύξηση του φωτός είναι σημαντική, παρετυμολογώντας του άγιου το όνομα έλεγαν «αύριο είναι ο άγιος Αγνάντιος αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι».

Στην περίοδο του Δεκέμβρη, τρεις είναι οι εμπειρίες του χρόνου που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς και η μείωση του φωτός.

Στις 25 Δεκεμβρίου γιορτάζουμε τα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.


Γεωργικές εργασίες

Επιδιόρθωση στάβλων.
Καθάρισμα χωραφιών από θάμνους.
Φυτεύουμε κρεμμυδάκια και χορταρικά.
Συνεχίζεται το μάζεμα των ελιών, των εσπεριδοειδών.
Σκέπασμα κυψελών.

Αρχή γαλακτοπαραγωγής.
Τελειώνει το καθάρισμα του κρασιού κι ανοίγουν τα βαρέλια.


Παροιμίες

- Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι.

- Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού.

- Να 'ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα και τα Λαμπρά βρεχούμενα, αμπάρια
γιομισμένα.

- Αγια Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απεκρίθη : Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο

μύλο, γιατί Αι - Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος.


Πηγή: mhnes-12.weebly.com

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Αυγερινός και Πούλια: Θρύλοι και Μύθοι από τη Λαϊκή Παράδοση



Αυγερινός και Πούλια: Θρύλοι και Μύθοι από τη Λαϊκή Παράδοση

Από τον Σταύρο Βαλτά




Νύχτα καλοκαιριού, όσο και να θέλεις να το αποφύγεις, το μάτι ατενίζει τον έναστρο ουρανό και η ψυχή σου ηρεμεί.

Η Πούλια και ο Αυγερινός. Το Άστρο και το Φεγγάρι … Αναμφίβολα, είναι τα πιο γνωστά αστρικά αντικείμενα στον νυχτερινό ουρανό, όμως ποια είναι η σχέση μεταξύ τους και τι ακριβώς είναι το καθένα; Εξαιρώντας το φεγγάρι, σε ότι αφορά την Πούλια, τον Αυγερινό και τον Αποσπερίτη, επικρατεί σύγχυση στους περισσότερους ενώ σε άλλους το θέμα παραμένει παντελώς άγνωστο.

Αν προσθέσουμε δε, ότι το παλαιότερο όνομα της Αγιάσου Λέσβου (Οθωμανικά κατάστιχα Tapu Tahrir Defter του έτους 1548 ) ήταν Αυγερινός, η σύγχυση επεκτείνεται ακόμα περισσότερο!

Πούλια είναι η δημώδης ονομασία του αστρικού σμήνους των Πλειάδων.

Η Πούλια αποτελεί πολύ σημαντικό αντικείμενο στον ουρανό, επειδή από τη θέση της προσδιόριζαν οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι την ώρα κατά τη νύχτα και έτσι κανόνιζαν τις ασχολίες τους, που άρχιζαν με το χάραμα της ημέρας.

Μια από τις δραστηριότητες που τέλειωναν με το χάραγμα της ημέρας, είναι το μάζεμα των φύλλων του φυτού καπνός, «κίρντισμα», όπως ονομαζότανε στη Καλλονή της Λέσβου. Εφιάλτης ήταν για τους απασχολούμενους με την καλλιέργεια αυτή, η θέση της Πούλιας στον ουρανό. Οι καλλιεργητές με τους εργάτες, επιτάχυναν, να προλάβουν να μαζέψουν τα φύλλα του φυτού νωπά, πριν ξημερώσει. Η ανατολή της Πούλιας τις πρώτες πρωινές ώρες κατά το τέλος του Μαΐου καθώς και η δύση της τον Νοέμβριο, κατά τη φθινοπωρινή σπορά, αποτελούν σταθμούς για τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες.

Από τις παρατηρήσεις των γεωργών και των κτηνοτρόφων δόθηκε συνάφεια με τις εποχές, από όπου και η γνωστή παροιμία:

«Όταν η Πούλια βασιλεύει, ο καλός ο ζευγολάτης αποσπέρνει, κι ούτε τσοπάνος στα βουνά, κι ούτε ζευγάς στους κάμπους».

Χαρακτηριστικές είναι επίσης και οι εκφράσεις: «Άμα σκάσει η Πούλια» ή «μέχρι να πέσει η Πούλια στη θάλασσα».

Στο σμήνος των Πλειάδων διακρίνονται εύκολα, με γυμνό μάτι έξι λαμπρά αστέρια, καθώς και ένα έβδομο λιγότερο φωτεινό. Άνθρωποι όμως με οξεία όραση, μπορούν να διακρίνουν μέχρι και 12 αστέρια στο σμήνος αυτό.

Σε λαϊκές διηγήσεις, η Πούλια παρουσιάζεται σαν εφτά αδερφές, ή σαν κλώσα με τα εφτά κλωσόπουλα. Ήσαν τον παλαιό καιρό εφτά αδερφάδες και τη μία από δαύτες την σκότωσαν οι άλλες. Έγιναν όλες άστρα και όλα μαζί είναι η Πούλια. Γι’ αυτό το ένα από τα εφτά άστρα της Πούλιας δε φαίνεται τόσο καλά. Αυτή η εκδοχή μας παραπέμπει στη γνωστή από τη μυθολογία ιστορία: Απ’ τις εφτά αδελφές, κόρες του Ατλάντα και της Πλειώνης (ή της βασίλισσας των Αμαζόνων). Η μια, η Μερόπη, έγινε γυναίκα του θνητού Σίσυφου. Αυτή είναι το έβδομο αστέρι της Πλειάδας, που δεν φαίνεται καλά.

Σε μια άλλη εκδοχή, η Πούλια ήταν κλώσα με τα κλωσόπουλά της κι έγιναν αστέρια. Μονάχα τα έξι της έζησαν και γι’ αυτό έξι αστέρια στην Πούλια φαίνονται καλά. Καμιά φορά κατεβαίνει στη γη μ’ όλη της τη φωλιά. Τότε γίνεται πολύς κρότος και ταραχή όταν κατεβαίνει και αλίμονο σ’ εκείνον που τη βρει μπροστά της εκείνη τη στιγμή.

Οι αρχαίοι φαντάζονταν τις Πλειάδες σαν περιστέρια, ενώ στα λαϊκά παραμύθια η Πούλια είναι αδελφή του ήλιου και του φεγγαριού και βασίλισσα των πουλιών. Στην πραγματικότητα η Πούλια είναι ένα σχετικά νεαρό σμήνος (ηλικίας περίπου 60 εκατομμυρίων ετών), με περίπου 3000 αστέρια του ίδιου φασματικού τύπου και ίδιας κίνησης. Με απλά κιάλια μπορεί να διακρίνει κανείς περίπου 30 αστέρια, ενώ με ένα μικρό τηλεσκόπιο πάνω από εκατό. Βρίσκεται σε απόσταση 410 ετών φωτός από τη Γη στον αστερισμό του Ταύρου και είναι ορατή κατά τη διάρκεια κυρίως του φθινοπώρου και του χειμώνα.

Ο Αυγερινός είναι το δημώδες όνομα του πλανήτη Αφροδίτη, όταν αυτή εμφανίζεται στον ουρανό κατά την αυγή. Γι’ αυτό καλείται από πολλούς και “άστρο της ημέρας”. Καλείται επίσης και Αποσπερίτης όταν εμφανίζεται μετά την δύση του ηλίου και είναι το λαμπρότερο αντικείμενο στον ουρανό αμέσως μετά τη Σελήνη. Οι αρχαίοι Έλληνες τον ονόμαζαν και Εωσφόρο ή Έσπερο.

Η Αφροδίτη είναι το γνωστότερο και πιο αγαπητό “άστρο” του λαού. Είναι το τελευταίο άστρο που αντικρίζει ο γεωργός ξυπνώντας το χάραμα (Αυγερινός) και το πρώτο όταν έρχεται η νύχτα, (Αποσπερίτης), όπου προμηνύει το τέλος της ημερήσιας εργασίας και την αρχή της νυχτερινής ανάπαυσης. Γι’ αυτό του έδωσε πολλές ονομασίες και τον αναφέρει σε πολλά τραγούδια, ιδίως ερωτικά.

Σε πολλές περιοχές της Ελλάδος στα τραγούδια του γάμου, γαμπρός χαρακτηρίζεται ο Αυγερινός και νύφη το φεγγάρι ή η Πούλια.

Παντρεύεται ο αυγερινός

και παίρνει το φεγγάρι,
ας είναι καλορίζικοι
με του Θεού τη χάρη (Καλλονή Λέσβου)

Παντρεύεται ο Αυγερινός
καλέ σήμερα,
την Πούλια κάνει ταίρι
και τ’ άστρα συμπεθέροι.(Ήπειρος)


Κατά τόπους ονομάζεται “άστρο της αυγής”, “αυγίτης” ή “ημεραστέρι” ακόμη και απλά “αστέρας” η “άστρο”.

Θρύλοι παραδόσεις και παραμύθια γύρω από τη γέννηση, τη θέση, την κίνηση και την συνάντηση των άστρων, όπως η ιστορία του Αυγερινού και της Πούλιας:


«Η Πούλια και ο Αυγερινός»

Ήταν κάποτε ένας Βασιλιάς και μια Βασίλισσα. Η ευτυχία τους μεγάλωσε, όταν απόχτησαν δυο πανέμορφα παιδιά, την Πούλια και τον Αυγερινό. Όμως σ ένα μακρινό ταξίδι χάθηκαν ο Βασιλιάς κι η Βασίλισσα και τα δυο παιδιά έμειναν ορφανά. Στο θρόνο ανέβηκε ο αδερφός του Βασιλιά, που ήταν παντρεμένος με μια άσχημη και κακιά γυναίκα. Η κακία κι η μοχθηρία της έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει παιδί. Έτσι λοιπόν ζήλευε και μισούσε τα δυο παιδιά. Περισσότερο ζήλευε την Πούλια που, όσο μεγάλωνε, γινόταν πανέμορφη. Μια μέρα είπε στο Βασιλιά: -Τι την θέλουμε την ανεψιά σου εδώ μέσα; Να την παντρέψουμε μακριά στα ξένα μ εκείνον τον πλούσιο γέρο Βασιλιά της μακρινής Ανατολής. -Ναι πρέπει να φύγει από ’δω μέσα όσο το δυνατό γρηγορότερα όχι μόνο αυτή, αλλά και ο αδερφός της. Φοβάμαι πως μια μέρα θα μας πάρουν το θρόνο. Αυτά της απάντησε με σκληρό βλέμμα ο Βασιλιάς. Την ώρα που συζητούσαν για τα δυο παιδιά, περνούσε απ ’το διάδρομο η παραμάνα τους. Τα είχε μεγαλώσει από μικρά. Τους άκουσε να συζητάνε για το γάμο της Πούλιας με τον άσχημο γέρο Βασιλιά της Ανατολής. Τρέχει αμέσως να το πει στον Αυγερινό.

-Πρίγκιπα μου, ο θείος κι η θεία σου θέλουν να σας διώξουν απ’ το παλάτι. Φοβούνται μήπως τους πάρετε το θρόνο. Σκοπεύουν να παντρέψουν την Πούλια μ’ ένα κακό γέρο Βασιλιά, που σκοτώνει τις γυναίκες του. Εσένα θέλουν να σε εξαφανίσουν. Άκουσε με λοιπόν. Όταν η θεία σου θα χτενίζει την αδερφή σου, άρπαξε τις κορδέλες, που δένει τα μαλλιά της. Πάρε και τη χτένα και να φύγετε αμέσως. Αν σας κυνηγήσει η θεία σας, να πετάξεις πίσω σου τις κορδέλες. Αν σας φτάσει αργότερα, να πετάξεις τη χτένα. Κι αν εξακολουθήσει να σας κυνηγάει να πετάξετε πίσω σας μια χούφτα αλάτι, που σας έχω βάλει μέσα σ’ αυτό το σακουλάκι. Ο Αυγερινός φώναξε την αδερφή του και της είπε αυτά που άκουσε η παραμάνα τους.

-Πρόσεχε, της είπε. Την ώρα που θα σε χτενίζει η θεία μας, θα σου αρπάξω τις κορδέλες.

Εσύ θα κάνεις πως με κυνηγάς. Θα βγούμε έξω απ ’το παλάτι και θα φύγουμε. Καλή μου αδερφή, δε θέλω να σε παντρέψουν στη μακρινή Ανατολή με τον κακό γέρο Βασιλιά. Η παραμάνα μας μου είπε ότι όποια γυναίκα παντρευτεί την αποκεφαλίζει. Έχει ξεκάνει μέχρι τώρα πέντε βασίλισσες!

Φοβισμένη η Πούλια έβαλε τα κλάματα και του είπε: -Αδερφέ μου, να φύγουμε αμέσως. Εκείνη την ώρα η Βασίλισσα κρατώντας τη χτένα φώναξε την Πούλια, για να την χτενίσει. Ενώ την χτένιζε, πάει ο Αυγερινός και της αρπάζει τις κορδέλες και τη χτένα. Ύστερα τα δυο αδέρφια άρχισαν να τρέχουν. Μπροστά ο Αυγερινός και πίσω η Πούλια. Καθώς έτρεχαν, η Πούλια έκανε πως τάχα ήταν θυμωμένη με τον αδερφό της και του φώναζε: -Αυγερινέ, Αυγερινέ, δώσε μου πίσω τη χτένα μου! Δώσε μου πίσω τις κορδέλες μου! Τρέχοντας και μαλώνοντας τα δυο παιδιά βγήκαν έξω απ’ τον κήπο του παλατιού. Η Βασίλισσα απ’ τον εξώστη άρχισε να τους φωνάζει υποκριτικά: -Καλά μου παιδιά, ελάτε μέσα στο παλάτι. Κι ενώ έλεγε αυτά, έβραζε απ’ το κακό της κι έτριζε οργισμένη τα δόντια της. Όμως τα δυο παιδιά είχαν πια απομακρυνθεί. Τότε η Βασίλισσα με την πανουργία της κατάλαβε ότι τα δυο παιδιά ήθελαν να φύγουν μια για πάντα απ ’το παλάτι. Άρχισε λοιπόν να τα κυνηγά.

Η Πούλια κι ο Αυγερινός, μόλις την είδαν να πλησιάζει, πέταξαν τις κορδέλες. Στη στιγμή έγινε ένας μεγάλος κάμπος. Η κακιά Βασίλισσα μόλις που διακρίνονταν σαν ένα μικρό σημάδι. Ύστερα όμως από λίγο τα έφτασε πάλι και φοβισμένος ο Αυγερινός ρίχνει τη χτένα πίσω τους. Αμέσως τότε έγινε ένα απέραντο δάσος. Για αρκετή ώρα τα παιδιά δεν την έβλεπαν. Δεν πρόλαβαν όμως να χαρούν, όταν ξαφνικά γύρισαν πίσω τους.

Την είδαν να τρέχει τρελή από το μίσος.

-Δε θα μου ξεφύγετε!

Θα σας σκοτώσω! φώναζε με θυμό. Τότε ο Αυγερινός ρίχνει το αλάτι πίσω του. Αμέσως έγινε μια απέραντη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Στη στιγμή τεράστια κύματα κατάπιαν την κακιά Βασίλισσα, που χάθηκε για πάντα από μπροστά τους. Τα δυο αδέρφια ταλαιπωρημένα απ’ την κούραση, την πείνα και τη δίψα κάθισαν κάπου να ξαποστάσουν. Εκείνη την ώρα βλέπουν απέναντι τους μια βρύση κι ένα πάτημα βοδιού.

-Διψάω, αδερφούλα μου, θα πάω να πιω νερό, είπε ο Αυγερινός.

-Όχι! μην πιεις, θα γίνεις βόδι! Πάνε πιο κάτω και βρίσκουν μια γούρνα και δίπλα της ένα πάτημα αρνιού.

-Διψάω, αδερφούλα μου, δεν αντέχω άλλο. Θα πεθάνω απ ’τη δίψα! -Όχι! όχι! φώναζε σπαρακτικά η Πούλια, θα γίνεις αρνί! Ο Αυγερινός όμως δεν άκουσε.

Σκύβει, πίνει νερό και γίνεται αμέσως αρνί. Τότε η Πούλια τον σφιχταγκάλιασε κι έβαλε τα κλάματα.

-Αλίμονο! αδερφούλη μου. Γιατί δε μ’ άκουσες;

Έκλαψε για πολλή ώρα. Πεινασμένη καθώς ήταν, ανέβηκε πάνω σε μια μηλιά, που ήταν δίπλα στη γούρνα. Ενώ έκοβε μήλα, για να φάει, φάνηκαν από μακριά τρεις μεγαλόπρεποι καβαλάρηδες. Ο ένας έμοιαζε για βασιλόπουλο κι οι άλλοι δυο για αυλικοί του. Σταμάτησαν στη γούρνα κι άρχισαν να ποτίζουν τα ’άλογα τους. Καθώς το βασιλόπουλο πότιζε τα ’άλογο του, βλέπει να καθρεφτίζεται μέσα στα νερά μια όμορφη κοπέλα.

-Τι όμορφη κοπέλα! Νεράιδα θα ’ναι! είπε έκπληκτος. Ψάχνει ολόγυρα να δει πού βρισκόταν αυτή η γλυκιά μορφή. Σε μια στιγμή σηκώνει το βλέμμα του προς τη μηλιά. Βλέπει την Πούλια και της φωνάζει.

-Κατέβα απ’ τη μηλιά, ωραία κόρη. Πες μου γιατί είσαι μόνη σ’ αυτές τις ερημιές;

-Δεν κατεβαίνω, του απάντησε φοβισμένη η Πούλια. Το βασιλόπουλο προσπαθούσε να την πείσει, αλλά η Πούλια δεν κατέβαινε. Αφού το βασιλόπουλο δεν κατάφερε τίποτε, διατάζει τους αυλικούς του να πιάσουν το αρνί και ν ’ανεβούν στ ’άλογα, για να φύγουν.

Τότε η Πούλια τους φώναξε σπαρακτικά:

-Μη μου παίρνετε τ’ αρνάκι μου, τον αγαπημένο μου αδερφό!

Το βασιλόπουλο γύρισε πίσω και πήρε στην αγκαλιά του την Πούλια. Την έβαλε στ’ άλογο του και κάλπασαν μακριά. Στο δρόμο η Πούλια διηγήθηκε κλαίγοντας στο βασιλόπουλο τι βάσανα και ταλαιπωρίες πέρασε. Όταν έφτασαν στο παλάτι το βασιλόπουλο είπε στους γονείς του ότι βρήκε τη γυναίκα που ήθελε να παντρευτεί. Ο γάμος έγινε στο παλάτι με μεγάλη λαμπρότητα. Δυστυχώς όμως η Βασίλισσα μητέρα ζήλευε τη νύφη της Πούλια και μισούσε το αρνάκι.

Μια μέρα ο γέρο Βασιλιάς με το βασιλόπουλο έλειπαν σ’ ένα μακρινό ταξίδι.

Καθώς η Πούλια ήταν με το αρνάκι της στον κήπο, πάει κρυφά πίσω απ’ τις φυλλωσιές η Βασίλισσα και την ρίχνει στο πηγάδι. Μετά από μια βδομάδα επιστρέφει ο Βασιλιάς με το βασιλόπουλο, που ρωτάει τη μάνα του:

-Μάνα, πού είναι η Πούλια;

-Δεν ξέρω, παιδί μου, μπορεί και να ’χει φύγει απ ’το παλάτι.

Εκείνη την ώρα το αρνάκι βέλαξε:

-Μπε μπε, η Βασίλισσα την έριξε στο πηγάδι. Πάει το βασιλόπουλο και βγάζει την Πούλια απ ’το πηγάδι. Θυμώνει η Βασίλισσα και διατάζει να σφάξουν το αρνί και να το φάνε. Με τις πρώτες σταγόνες αίματος το αρνάκι έγινε ξανά το όμορφο παλικάρι, ο Αυγερινός!

Τη στιγμή εκείνη δέκα περιστέρια φτερούγισαν γύρω απ’ τα δυο βασανισμένα αδέρφια.

Ένωσαν τις φτερούγες τους και τα πήραν πάνω τους!

Ενώ πετούσαν ψηλά προς τον ουρανό, η Πούλια φώναξε:

–Έχε γεια, καλό μου βασιλόπουλο. Φεύγω με τον αγαπημένο μου αδερφό από τη γη, που τόσες πίκρες μας έδωσε. Θα ζήσουμε για πάντα στον ουρανό.

Εκείνη την ώρα σκοτείνιασε. Η νύχτα έριξε τα μαύρα της πέπλα στη γη και τ ’αστέρια φώτισαν τον ουρανό. Τα δυο αδέρφια έγιναν αστέρια τ ’ουρανού. Από τότε λάμπουν από κει ψηλά. Είναι τα δυο αδέρφια του παραμυθιού μας, η Πούλια κι ο Αυγερινός.



Το παραπάνω παραμύθι συναντάται σε πολλά μέρη της Ελλάδας (Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα, νησιά Αιγαίου) και έχει γνωρίσει δεκάδες παραλλαγές (αντί να είναι θεία τους η βασίλισσα να είναι μητριά τους, αντί αρνί ελάφι, αντί αδέλφια ερωτευμένοι). Η πορεία του στο χρόνο μεγάλη, σε μια Ελλάδα ανθρώπινη, αληθινή. Τότε που γιαγιάδες και παραμυθάδες έδιναν με τις ιστορίες τους εξήγηση στα φαινόμενα της φύσης , στα μαγικά μυστικά αυτού του κόσμου.

Τότε που τα παραμύθια έστρεφαν τα βλέμματα των παιδιών ψηλά στον ουρανό για να ακολουθήσουν τον δρόμο των αστεριών.



Πηγή: neologosattikis.gr

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

Το Μάραθο (Ιστορία από την Κρήτη)



Το Μάραθο (Ιστορία από την Κρήτη)

Από τον Ματθαίο Ι. Τσιριμονάκη





Μιά πεθερά ξάνοιγε αμέτι μωχαμέτι[1] να ζυγώξει τη νύφη τζη. Έλα σου όμως που ο γυιόκας τζη ήτονε μπουνταλάς[2] και δεν την ήκουγε.

«Ίντα κοντό[3] σου κάνει μανί[4] μου και δε τηνε θέλεις;»

«Δε θωρείς μωρέ παράουρε[5] πως δε γατέει από νοικοκεράτα!»

«Δε τα λες καλά, εγώ τηνε θωρώ νοικοκερά σε ούλα τζη!»

«Τα φαητά απού σου μαγερεύει δε τα τρώνε μουδέ οι σκύλοι!»

«‘Εμένα αρέσουνε μου ετσά απού τα σάζει!»

«Τη βρώμα απού βγάνει η μπούκα τζη δεν τηνε ακούεις, θα σ’ αρρωστήσει στην υστεριά και να δω τότεσας ίντα θα κάμεις;»

«Άλλο και τούτονα μάνα, δεν ακούω γω σκανιά[6] να βγάνει απού τη μπούκα τση, μόνο αλάισε[7]»

«Κακοροίμαλε ούλη μέρα απού σαι δίπλα τζη τηνε συνήθισες!»



Έτσα απού τούλεγε η μάνα ντου αρχίνηξε να ψυλλαφτιάζεται[8] και κάνει τση γυναίκας του:

«Θαρρώ πως βρωμά το στόμα σου και θα μ’ αρρωστήσεις!»

«Παράουρος είσαι μωρέ, η μάννα σου λέει τούτεσας τις μπουρνέλες[9];»

Έλεε ο γείς τόνα η άλλη τ’ άλλο και στην υστεριά[10] είπανε να πάνε στον Κατή[11] να τωνε λύσει τη διαφορά.



Τη ταχυνή[12] φτάνουνε στο τόπο απού δικάζανε και ανειμένανε στην αυλή τη σειρά –ν-τωνε. Εκειά ήτονε φυτρωμένη μιά μαραθέ, θωρεί τηνε η γυναίκα και κόβγει ένα κομμάτι μάραθο και το μασούλιζε.

Ήρθε η σειρά τωνε, ακούει ο Κατής το άντρα και τωνε κάνει:

«Αν είναι ετσά απού τα λες, έχεις δίκιο, μα έλα και συ κερά μου να μυριστώ το στόμα σου να δώ άνε βγάνει κιαμιά αποφορά!»



Σιμώνει η γυναίκα, φυσά στη μούρη του Κατή και μοσκοβολά ο κόσμος από το μάραθο.

«Πάρε τη γυναίκα σου άθρωπε, σάλευγε στο σπίτι σου και ξεφορτώσουμε με τσι βρωμιές και τσι αποφορές. Μη ακούεις τσι παραουριές τση μάννας σου, μη σου καταστρέψει το σπίτι!»



Μέρες εξάνοιγε να του δώσει συγχώρεση η γυναίκα ντου για τση μπουντάλες απού ΄κάνε και η πεθερά όχι μόνο δε κατάφερε να ζυγώξει τη νύφη τζη μόνο ‘γινε ρεζίλι τω σκυλιώ στο χωριό τζη.



Είδετε το λοιπός ίντα μπορεί να κάμει ένα κομματσουλάκι μάραθο.


[1] Οπωσδήποτε

[2] Τρελός (κατά τη μητέρα).

[3] Άραγε.

[4] Μάννα.

[5] Ανώριμε.

[6] Βρωμιά.

[7] Παράταμε.

[8] Μπαίνουν ψύλλοι στ’ αυτιά.

[9] Χαζομάρες.

[10] Στο τέλος.

[11] Δικαστή.

[12] Το επόμενο πρωί.





Πηγή: rethemnos.gr

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά

Μνήμες Παράδοσης - Χρόνια Πολλά Χριστός Ανέστη!! Χρόνια Πολλά!! Ο Πρόεδρος και τα μέλη του ΔΣ του συλλόγου μας, σας εύχονται το Αναστάσιμο Φ...